Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Ὀκτώβριος 1

Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὁ Ἀπόστολος
Ὑπακούατε «ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς». Κάνετε ὑπακοὴ µὲ ὅλην τὴν καρδιά σας στὸν ἀκριβῆ κανόνα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Τέτοιος ἄνθρωπος ὑπακοῆς στὸ Θεὸ ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνανίας. Διότι, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε µὲ ὅραµα νὰ συναντήσει τὸ Σαῦλο, ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόµος τῶν χριστιανῶν, ἔκανε ὑπακοὴ στὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἀµέσως πῆγε στὴν Εὐθεῖα ὁδὸ καὶ ἀναζήτησε τὸ σπίτι τοῦ Ἰούδα, ὅπου ἦταν ὁ Σαύλος. Τὸν θεράπευσε, τὸν βάπτισε χριστιανό, καὶ ἔπειτα αὐτός, µὲ τὸ ὄνοµα Παῦλος, ἔγινε ὁ µέγας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν. Κατόπιν ὁ Ἀνανίας πῆγε στὴν Ἐλευθερούπολη, ὅπου µὲ τὴν διδασκαλία του εἵλκυσε στὸ Χριστὸ πολυάριθµες ψυχές. Ὁ θόρυβος ὅµως ποὺ δηµιούργησε ἡ ἀποστολική του δράση, ἔκανε τὸν ἡγεµόνα Λουκιανὸ νὰ τὸν συλλάβει. Χρησιµοποίησε πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους προκειµένου νὰ ἀλλαξοπιστήσει ὁ Ἀνανίας. Ἀλλὰ ὁ Ἀνανίας ἔµεινε ἀµετακίνητος στὰ χριστιανικά του φρονήµατα. Τότε ὁ Λουκιανὸς τὸν µαστίγωσε µὲ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα, µὲ σιδερένια νύχια τοῦ ξέσχισε τὰ πλευρὰ καὶ ἔκαψε τὶς πληγές του µὲ ἀναµµένες λαµπάδες. Τέλος, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, τὸν λιθοβόλησε. Ἔτσι, ὁ Ἀνανίας πῆρε τὸ ἁµαράντινο στεφάνι τῆς ὑπακοῆς στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ὅσιος Ῥωµανὸς ὁ µελῳδὸς ὁ ποιητὴς τῶν Κοντακίων
Ὁ Γερµανὸς Κρουµβάχερ, πλέκει ἄξιο τὸ ἐγκώµιο τοῦ Ῥωµανοῦ. Ἡ κριτική, λέει, ἀνακήρυξε τὸν Ῥωµανὸ σὰν τὸν µεγαλύτερο ποιητὴ τοῦ Βυζαντινοῦ αἰῶνα, ἀληθινὸ Πίνδαρο αὐτοῦ. Κατεῖχε ἀνεξάντλητο πλοῦτο ἰδεῶν, ἀνυπέρβλητη πλαστικότητα φράσεως, µεστὴ καὶ δυνατὴ γλῶσσα, θησαυρὸ ἁρµονίας ποικίλων καὶ καλλιτεχνικῶν ῥυθµῶν. Δυστυχῶς, οἱ βιογραφικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν Ῥωµανὸ εἶναι λιγοστές. Ἔζησε τὸν 6ο µ.Χ. αἰῶνα ἐπὶ βασιλέως Ἀναστασίου τοῦ Α´, καὶ ἄλλοι λένε τὸν 8ο αἰῶνα ἐπὶ Ἀναστασίου τοῦ Β´. Στὴν ἀρχὴ ἦταν διάκονος στὴν Ἐκκλησία τῆς Βηρυτοῦ. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου διέµενε στὰ κελιὰ τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἔκτισε κάποιος εὐσεβὴς χριστιανὸς ὀνόµατι Κῦρος. Σύµφωνα µὲ κάποια διήγηση, ὁ Ῥωµανὸς εἶχε µέτρια µόρφωση καὶ τὸ ποιητικό του τάλαντο ἦταν ἄγνωστο ἀκόµα καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο. Παρακολουθοῦσε ὅµως τακτικὰ τὶς κατανυκτικὲς ὁλονυκτίες στὸν ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Σὲ µία ἀπ᾿ αὐτὲς λοιπόν, γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ ψυχή του γέµισε τόση θερµὴ καὶ ἰσχυρὴ κατάνυξη, ὥστε ὅταν γύρισε στὸ κελί του, εἶδε σὲ ὄνειρο τὴν Θεοτόκο νὰ τοῦ δίνει ἕνα τόµο χαρτὶ γιὰ νὰ τὸν φάει. Ὁ Ῥωµανὸς ξύπνησε καὶ γεµάτος θεία ἔµπνευση συνέθεσε τὴν ἀθάνατη ᾠδὴ στὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ παρθένος σήµερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει». Ἀπὸ τὴν στιγµὴ ἐκείνη, ἡ ποιητικὴ αὐτὴ ἐπιφοίτηση παρέµεινε διαρκὴς καὶ πλούσια στὴ φαντασία καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Ῥωµανοῦ, ποὺ ἀναδείχτηκε ὁ γονιµότερος καὶ ἔξοχοτερος τῶν µελῳδῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἅγιοι Μιχαὴλ ἡγούµενος τῆς Μονῆς Ζώβης καὶ 36 ἄλλοι Ὁσιοµάρτυρες
Οἱ ὁσιοµάρτυρες αὐτοί ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου ΣΤ´ καὶ τῆς µητέρας του Εἰρήνης (780). Κατοικοῦσαν στὴ Μονὴ Ζώβη, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ Σεβαστούπολη. Ἐπειδὴ τότε ὁ Ἀµηρᾶς τῶν Ἀγαρηνῶν, Ἀλεὶµ ὀνοµαζόµενος, πολεµοῦσε τὴν χώρα ἐκείνη, συνέλαβε καὶ τοὺς Ὅσιους αὐτοὺς Πατέρες, καὶ τοὺς παρακινοῦσε νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ δὲ Ὅσιος ἡγούµενος Μιχαὴλ ἔλεγξε δριµύτατα τὸν Ἀγαρηνὸ ἄρχοντα, τοὺς δὲ Μοναχοὺς τοὺς ἐνθάῤῥυνε νὰ ὑποµείνουν γενναία τὸν θάνατο γιὰ τὸν Χριστό. Ἔτσι, ὅλοι ἀποκεφαλίστηκαν γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἅγιος Δοµνῖνος
Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα (288) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ὅταν ὁ Μαξιµιανὸς ἔκτιζε βασιλικὰ ἀνάκτορα στὴν πόλη αὐτή, τότε συνελήφθη ὁ Ἅγιος αὐτὸς σὰ Χριστιανὸς καὶ κήρυκας τῆς εὐσέβειας. Ὁδηγήθηκε µπροστὰ στὸν βασιλιὰ Μαξιµιανό, ποὺ τὸν κατηγόρησε ὅτι τολµάει νὰ ὁµολογεῖ ἄλλον Θεό, ἀπ᾿ αὐτὸν ποὺ ὁ βασιλιὰς λατρεύει, καὶ τοῦ συνέστησε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ἂν θέλει νὰ ζήσει. Ὁ Ἅγιος ὅµως δὲν πείστηκε καὶ ὁ βασιλιὰς διέταξε καὶ τοῦ ξέσχισαν τὸ σῶµα. Ἀλλ᾿ ὁ Δοµνῖνος, ἐνῷ ἔπασχε, περιγελοῦσε τὸν τύραννο. Τότε αὐτὸς διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ τοῦ σπάσουν τὰ σκέλη. Ἀφοῦ λοιπόν, ἔκοψαν µὲ τὸν πιὸ ὠµὸ τρόπο τὰ πόδια, ἔµεινε ἀκόµη ζωντανὸς ἑπτὰ ὁλόκληρες ἡµέρες χωρὶς νὰ φάει τελείως. Ἔπειτα εὐχαριστῶντας τὸ Θεό, τοῦ παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχή.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ψάλτης, ὁ καλούµενος Κουκουζέλης
Ἄριστος µουσικὸς καὶ καλλικέλαδος. Καταγόταν ἀπὸ τὸ Δυῤῥάχιο, ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Κοµνηνῶν καὶ ἦταν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα. Ἡ εὐσεβὴς µητέρα του ὅµως, ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στὸ παιδί της νὰ µάθει τὰ ἱερὰ γράµµατα, τὸ ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ ἔξυπνο καὶ πολὺ καλλίφωνο, ὅλοι τὸ φώναζαν ἀγγελόφωνο. Σὲ κατάλληλη ἡλικία κατέφυγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου µόνασε στὸ κελὶ τῶν Ἀρχαγγέλων τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἔψαλε στὴ Μεγίστη Λαύρα µαζὶ µὲ τὸν Γρηγόριο Δοµέστικο, ποὺ ἀναφέρουµε ἀµέσως παρακάτω. Ἔτσι ὁσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ἰωάννης, ψάλλοντας θεσπέσιους ὕµνους πρὸς τὸ Θεό, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα καὶ τάφηκε στὸ κελὶ ποὺ µόναζε.

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δοµέστικος
Ἦταν καὶ αὐτὸς περίφηµος ψάλτης τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ὅταν ἡγούµενος ἦταν ὁ Ἰάκωβος ὁ Πρικανᾶς, ὁ Γρηγόριος ἔψαλλε κατὰ τὴν παραµονὴ τῶν Φώτων ὄχι τὸ «Ἄξιόν ἐστι», ἀλλὰ τὸ Ἐπὶ σοὶ χαίρει» στὴ λειτουργία. Στὸ τέλος δὲ τῆς ἀγρυπνίας µισοκοιµήθηκε, καὶ νά, βλέπει τὴν Δέσποινα Θεοτόκο νὰ εἶναι πάνω του καὶ νὰ τοῦ λέει: «Δέξαι σου τὸ ψαλτικόν, ὦ Δωµέστικε, καὶ εὐχαριστῶ σοι πολλά». Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τοῦ ἔδωσε στὸ χέρι ἕνα φλουρί, ποὺ ἀµέσως τὸ ἔβαλε, µετὰ ἀπ᾿ αὐτά, στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ὅλα αὐτὰ βέβαια, σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση τῆς µονῆς. Ἔτσι λοιπὸν θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε ὁ Γρηγόριος, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 Σύναξις  τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γοργοϋπηκόου
Ἡ θαυµατουργὴ αὐτὴ εἰκόνα βρίσκεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Δοχειαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Λεπτοµέρειες βλέπε στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ τόµος Ι´ σελ. 37, ἔκδοση 1992.
Τῇ αὐτῇ ἡµέρᾳ τὴν ἀνάµνησιν ποιούµεθα τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡµῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας ἤτοι τοῦ ἱεροῦ αὐτῆς Μαφορίου, τοῦ ἐν τῷ σορῷ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν, ὅτε ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς κατεῖδεν ἐφηπλωµένην αὐτὴν ἄνωθεν καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς περισκέπουσαν». (Ἡ γιορτὴ αὐτὴ ἔχει µετατεθεῖ τὴν 28η Ὀκτωβρίου, ὅπου ἡ Ἑλλάδα γιορτάζει τὸ µεγάλο γεγονὸς τῆς διασώσεως καὶ ἀπελευθερώσεώς της ἀπὸ τὸν Ἰταλογερµανικὸ ζυγό).

Πνευματική Ζωή

Μερικές φορές οι άνθρωποι του κόσμου «γυαλίζουν» στα μάτια μας και ξεχνάμε ότι τα παλάτια που χτίζουν, τα χτίζουν επάνω στην άμμο και κάποτε με τα ίδια τους τα μάτια θα δουν να σωριάζονται συντρίμμια, κομμάτια. Εμείς, αν κάποτε τους πλησιάσουμε, ας είναι στις στιγμές της ειλικρινείας τους, στις στιγμές που μπορούν να μας ανοίξουν την καρδιά τους. Τότε θα δούμε τα μάτια τους να είναι δακρυσμένα, να είναι χορτασμένα από τα αγαθά του κόσμου. Θα δούμε την καρδιά τους βουτηγμένη μέσα στην απελπισία και στον κορεσμό. Και ύστερα ας σκύψουμε το αυτί μας για να ακούσουμε τι ψιθυρίζουν τα κουρασμένα χείλη τους: «Πες μου, πού θα βρω την λησμονιά μέσα στης γης την απονιά;» Νεκρές ψυχές είναι, έστω και αν ζουν. Ψυχές χωρίς ιδανικά και χωρίς αγώνα για μία ανώτερη πνευματική ζωή, μόνον έτσι μπορούν να χαρακτηρισθούν: νεκρές ψυχές.
Για μας, οι οποίοι θέλουμε να είμαστε ζωντανές καρδιές, υπάρξεις οι οποίες φλέγονται από ιδανικά, ποια πρέπει να είναι τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά τα οποία θα διέπουν την πνευματική μας ζωή;
Για να είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, για να είναι αληθινή η ζωή μας, το πρώτο στοιχείο που πρέπει να έχουμε είναι η μυστηριακή και η μυστική βίωση. Τι σημαίνει μυστηριακή και μυστική βίωση; Γεννήθηκε κανένας από εμάς μόνος του; Όχι. Σε όλους μας χάρισε το δώρο της ζωής ο πατέρας μας και η μητέρα μας. Κανείς δεν μπορεί μόνος του να γεννηθεί. Έτσι και το δώρο της πνευματικής ζωής δεν μπορούμε να το αποκτήσουμε μόνοι μας, ότι και αν κάνουμε. Όπως, όσο και αν τραβάω τον εαυτό μου, δεν πρόκειται να ψηλώσω, έτσι ακριβώς, όσο και αν αγωνίζομαι, δεν πρόκειται να δημιουργήσω ο ίδιος πνευματική ζωή στον εαυτό μου. Και αν κουράζομαι, και αν μοχθώ, και αν φωνάζω, και αν κλαίω, και αν νηστεύω, η πνευματική ζωή είναι ένα δώρο που μου το χαρίζει το Άγιο Πνεύμα.
Προϋπόθεση λοιπόν της πνευματικής ζωής είναι να καταλάβουμε ότι μόνοι μας δεν μπορούμε τίποτε απολύτως να κάνουμε. Όσο και αν προσπαθήσουμε, χρειάζεται κάποιος άλλος να μας την δώσει, δηλαδή το Πνεύμα του Θεού, ο Παράκλητος, που είναι ο «θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός» , που είναι το θησαυροφυλάκιο από το οποίο βγαίνουν οι θησαυροί της πνευματικότητος, η πηγή από την οποία βγαίνει και ξεχειλίζει η πνευματική ζωή. Βέβαια, μερικές φορές μέσα μας μπερδεύομε τα πράγματα και νομίζομε ότι πνευματική ζωή είναι να είσαι καλός άνθρωπος, να μην κλέβεις, να μη σκοτώνεις, να μην πηγαίνεις σε κακούς τόπους και με κακούς φίλους, να πηγαίνεις την Κυριακή στην εκκλησία, να είσαι εκεί στην δοξολογία, έστω στο «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», να μελετάς χριστιανικά βιβλία.
Όχι, δεν είναι αυτό πνευματική ζωή. Πνευματικός άνθρωπος, πραγματικός χριστιανός είναι εκείνος που έχει δώσει με το βάπτισμά του και κατόπιν, όταν μεγάλωσε, και με την καρδιά του όρκο στον Θεό να μένη για πάντα κοντά του και μαζί του. Πνευματικός άνθρωπος είναι ο αθλητής που ξεπήδησε μέσα από την ζωή, που ξεχωρίζει μέσα από τα πλήθη των ανθρώπων και τρέχει με όλη την ταχύτητα της ψυχής του, για να κατακτήσει τους ουρανούς και να μπορέση να εκβιάσει και να αρπάξει την βασιλεία των ουρανών. Πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος που με μάτι λαμπερό και με στήθη φουσκωμένα έχει βάλει πλώρη και τρέχει για να ανέβη στον ουρανό. Δεν είναι ο καλός άνθρωπος. Ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει ότι του χρειάζονται γερά φτερά, και τα φτερά αυτά είναι τα φτερά του Αγίου Πνεύματος.
Πρέπει λοιπόν ο πνευματικός άνθρωπος μέσα στην ζωή του να κάνη το παν για να ελκύσει, να κερδίσει το Πνεύμα του Θεού, διότι το Πνεύμα το Άγιο , ο ίδιος ο Θεός έχει τα χαρίσματα της πνευματικής ζωής. Και, όπως λέγει ο άγιος που γιορτάζομε σήμερα, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο μεγάλος αυτός αετός του Πνεύματος και της χριστιανικής ζωής, «η διανομή», το μοίρασμα, «των βασιλικών χαρισμάτων» του Άγιου Πνεύματος, γίνεται μέσα στην Εκκλησία με τα μυστήρια . Επομένως, η πνευματική ζωή παρέχεται μέσα στην Εκκλησία. Πρώτο δε χαρακτηριστικό της είναι η μυστηριακή βίωση.
Το πρώτο μυστήριο είναι το βάπτισμα και εν συνεχεία το χρίσμα. Κατόπιν, καθημερινό μυστήριο της Εκκλησίας μας είναι η εξομολόγηση αυτή καθαρίζει την καρδιά μας από τις αμαρτίες και βάζει μπροστά μας έναν άνθρωπο που μας οδηγεί προς τον ουρανό, χωρίς αυτόν δεν μπορούμε τίποτε να κάνουμε. Κατόπιν, η θεία κοινωνία. Όπως, όταν το Άγιον Πνεΰμα επισκίασε την Παναγία Παρθένο, κατέβηκε ο Λόγος του Θεού και σαρκώθηκε από τα σπλάγχνα της και γεννήθηκε ο Χριστός, έτσι ακριβώς το Πνεύμα το Άγιο πρέπει να έρθει μέσα στην ψυχή μας, για να γεννηθεί ο Χριστός σε μας, για να γίνει η προσωπική οικείωση, να κάνουμε δηλαδή δικό μας το Πνεύμα, δική μας την χριστιανική ζωή, δικό μας τον Χριστό . Αυτό ακριβώς γίνεται με τα μυστήρια, βασικώς με το βάπτισμα και το χρίσμα. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει χριστιανική ζωή. Ότι και να κάνης, και την ζωή σου να δώσει στους πτωχούς, δεν πρόκειται να σωθείς χωρίς το βάπτισμα και το χρίσμα.Με την εξομολόγηση, εν συνεχεία, και την θεία κοινωνία. Εκείνο το κομματάκι το μικρό που παίρνεις στην θεία κοινωνία, που το βάζεις στο στόμα σου και ούτε καν το νοιώθεις, είναι ολόκληρος ο Χριστός, ολόκληρη η Αγία Τριάδα, μαζί και η Εκκλησία του Χριστού και όλοι οι άγιοι. Κοινωνάς το μικρό εκείνο κομματάκι της θείας κοινωνίας και δεν παίρνεις, όπως λες ψέματα στο παιδάκι σου, χρυσό δοντάκι, αλλά παίρνεις όλον τον ουρανό με την Αγία Τριάδα και όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας. Αυτή είναι η θεία κοινωνία. Έχεις μία σκάφη γεμάτη αλεύρι, βάζεις λίγο προζύμι και όλο εκείνο το αλεύρι γίνεται ζύμη. Παίρνεις το κομματάκι της θείας κοινωνίας και συ, ο άνθρωπος, γίνεσαι αμέσως ζύμη, γίνεσαι ότι ήταν η θεία κοινωνία. Γίνεσαι θεός! Γι' αυτό οι αρχαίοι χριστιανοί κοινωνούσαν κάθε ημέρα. Και εμείς κοινωνάμε κάθε δεκαπέντε ή είκοσι ημέρες και νομίζομε ότι εξοφλήσαμε το καθήκον μας, ότι είμαστε εντάξει, ότι έχουμε και υπέρτατα έργα. Κάθε ημέρα κοινωνούσαν εκείνοι, γιατί ήξεραν τι σημαίνει θεία κοινωνία.
 Μυστηριακή βίωση σημαίνει μυστηριακή ένωση με τον Χριστό, συμμετοχή στην ζωή της Εκκλησίας με τα μυστήρια.