Σίλβεστρος Πάπας Ῥώµης
Μὲ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία ἔχουµε κοινοὺς ἀρκετοὺς ἁγίους, µέχρι τὸ χωρισµό της ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὁ Σίλβεστρος. Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἦταν γιὸς τοῦ Ῥουφίνου, γεννηµένος στὴ Ῥώµη. Ἀπὸ µικρὴ ἡλικία εἰσχωρεῖ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἡλικία δὲ τριάντα χρόνων χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν Πάπα Μαρκελῖνο· γίνεται Πάπας τὸ 314 καὶ διαδέχεται τὸν Ἅγιο Μελχιάδη ἢ Μιλτιάδη. Ἐνδιαφέρθηκε καὶ πολέµησε πολὺ τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ θέσπισε τοὺς λειτουργικοὺς κανόνες γιὰ τὸν καθαγιασµὸ τοῦ µύρου τοῦ ἁγίου χρίσµατος. Ἀλλὰ µεταξὺ τῶν καλύτερων ἔργων τοῦ πάπα Σιλβέστρου, ξεχωρίζει τὸ ἔργο τῆς µέριµνας γιὰ τὴν βιοτικὴ συντήρηση τῶν φτωχότερων κληρικῶν καὶ τῶν µοναχῶν γυναικῶν, ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τῆς πνευµατικῆς διακονίας καὶ προσευχῆς νὰ µὴν ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ κυρίως ἔργο τους. Ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος πέθανε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράµατα τὴν 31η Δεκεµβρίου τοῦ 335 µ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Θεαγένης ἱεροµάρτυρας
Ὁ ἅγιος Ἱεροµάρτυρας Θεαγένης ἦταν ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Πάριο· τὴν ὀνοµασία της πῆρε ἐπειδὴ εἶχε κτισθεῖ ἀπὸ τοὺς Πάριους, κατοίκους τῆς νήσου Πάρου. Ἡ πόλη αὐτὴ βρισκόταν µεταξὺ τῆς Κυζίκου καὶ τῆς Λαµψάκου. Αὐτὸς λοιπὸν ὁδηγήθηκε στὸν Τριβοῦνο Ζηλικίνθιο καὶ ὁµολόγησε τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό. Ὁπότε τὸν ἔδειραν ἀνελέητα καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα τὸν ἔῤῥιξαν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Ἔτσι τελείωσε τὸ δρόµο τοῦ µαρτυρίου καὶ πῆρε ἀπὸ τὸν Κύριο τὸ ἀµάραντο στεφάνι τῆς αἰώνιας δόξας.
Ὁ Ἅγιος Θεόπεµπτος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ἡ Ἁγία Θεοδότη µητέρα τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων
Ἦταν µητέρα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσµᾶ καὶ Δαµιανοῦ (βλ. 1 Νοεµβρίου). Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ κωφός
Ἦταν ἀσκητὴς καὶ ἔζησε ζωὴ ὅσια. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος µάρτυρας ἐξ Ἀγκύρας
Ὁ Ἅγιος αὐτὸς µαρτύρησε στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ του Παραβάτη (360363 µ.Χ.). Κατηγορήθηκε ὅτι πίστευε στὸν Χριστὸ καὶ προσπαθοῦσε νὰ παρασύρει στὴ χριστιανικὴ πίστη εἰδωλολάτρες. Βασανίστηκε ἀπὸ τὸν διοικητὴ τῆς Ἄγκυρας Σατουρνίνο, καὶ τὰ βασανιστήρια ἐπαναλήφθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἔστειλαν δέσµιο στὴν Καισαρεία, ὅπου τὸν καταδίκασαν σὲ θηριοµαχία. Σὲ κάποια ἐθνικὴ (εἰδωλολατρική) γιορτὴ λοιπόν, ἔστησαν ἀπέναντί του ἕνα κλουβί, ἀπ᾿ ὅπου ἐξόρµησε µία πεινασµένη λέαινα. Ὁ µάρτυρας δὲν θηριοµάχησε. Σὲ στάση θερµῆς προσευχῆς κατασπαράχθηκε ἀπὸ τὸ θηρίο. Οἱ συγγενεῖς του παρέλαβαν τὰ λίγα ἐναποµείναντα λείψανά του καὶ τὰ ἔθαψαν µὲ τιµές. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ στὴν πόλη τοῦ µαρτυρίου του, κτίσθηκε ἐκκλησία στὸ ἅγιο ὄνοµά του.
Ὁ Ἅγιος Σέργιος
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Θεόπιστος
Μαρτύρησε διὰ λιθοβολισµοῦ.
Ὁ Ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Α´ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια· ἐπωνοµάσθηκε Ἱεροσολυµίτης, ἐπειδὴ ἔµεινε ἀρκετὸ καιρὸ στὴν ἁγία Πόλη. Ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε καὶ µόνασε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὑστεροῦσε σὲ γραµµατικὴ µόρφωση. Τὸν στόλιζε ὅµως ἄδολη εὐσέβεια καὶ βαθειὰ καὶ εἰλικρινὴς ἀρετή, καὶ τὸν ἀγαποῦσαν γιὰ τὴν εὐθύτητα τοῦ χαρακτῆρα του καὶ τὴν ἁπλότητα τῶν ἠθῶν του. Ὅταν στὶς 2 Αὐγούστου 1075 πέθανε ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης ὁ Η´, ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαὴλ Δούκας ἔφερε στὸ θρόνο τὸν Κοσµᾶ, ἂν καὶ ἦταν ἤδη πολὺ γέρος. Ἐπὶ τῆς πατριαρχείας του ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Πατρῶν προήχθη σὲ Μητρόπολη µὲ τρεῖς ἐπισκοπὲς στὴ δικαιοδοσία της. Ἐπίσης ὁ ἴδιος - ὁ Κοσµᾶς - χειροτόνησε καὶ ἔστειλε τὸ 1080 Μητροπολίτη Ῥωσίας τὸν Ἕλληνα Ἰωάννη, ἄνδρα κάτοχο µεγάλης µόρφωσης καὶ πολλῶν ἀρετῶν. Οἱ δυσκολίες ὅµως τῆς διοίκησης τῆς πατριαρχείας, ἔκαναν τὸν ἁπλοϊκο χαρακτῆρα τοῦ Κοσµᾶ, νὰ ἐπιθυµήση τὴν ἡσυχία καὶ τὴν γαλήνη τῆς πρώην µοναχικῆς του ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, στὶς 8 Μαΐου τοῦ 1081, ἀφοῦ λειτούργησε στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἔφυγε µαζὶ µὲ τὸν ὑπηρέτη του καὶ ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ Καλλίου στὴν Κωνσταντινούπολη. Μάταια τὸν παρακάλεσαν νὰ ἐπιστρέψει. Αὐτὸς ἔµενε ἀµετάπειστος καὶ πέθανε στὴ Μονὴ ἐκείνη.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἢ Ζώρζης ἢ Γκιουρτζὴς ὁ Ἴβηρ
Στὴν καταγωγὴ ἦταν Ἴβηρ. Σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν ἀγόρασε κάποιος Τοῦρκος σὰ σκλάβο καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔκανε περιτοµή, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνοµα Σαλής. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀφέντη του παρέµεινε στὴ Μυτιλήνη, ἄγαµος, καὶ ζοῦσε εἰρηνικὰ σὲ κάποιο ἐργαστήρι, πουλώντας καὶ ἀγοράζοντας διάφορα εἴδη. Κάποια µέρα, καὶ σὲ ἡλικία πάνω ἀπὸ 70 χρονῶν, ὁ Γεώργιος παρουσιάστηκε αὐθόρµητα µπροστὰ στὸν κριτὴ καὶ πέταξε µπροστὰ τοῦ τὸ σαρίκι ποὺ φοροῦσε στὸ κεφάλι του, καὶ ὁµολόγησε τὸν Χριστό. Παρὰ τὶς κολακεῖες καὶ τοὺς φοβερισµούς, τὴ διαπόµπευση µέσα στοὺς δρόµους καὶ τὰ χτυπήµατα µὲ ξύλα καὶ µαχαίρια, ὁ Γεώργιος παρέµεινε ἀµετάθετος, ὁµολογώντας τὴν πίστη τῶν πατέρων του. Τέλος, ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς δήµιούς του στὴν τοποθεσία Παρµὰ-κάπου, ὅπου καὶ ἔλαβε µαρτυρικὸ τέλος δι᾿ ἀγχόνης. Ἦταν 2 Ἰανουαρίου 1770. Ὁ δὲ Χρυσόστοµος Παπαδόπουλος, τοποθετεῖ τὸ µαρτύριο τοῦ Ζώρζη τὸ ἔτος 1777.
Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶµ τοῦ Σάρωφ
Ὁ Ὅσιος Σεραφείµ, ὁ στάρετς τοῦ Σάρωφ, γεννήθηκε στὴν πόλη Κοὺρκ τῆς Ῥωσίας ἀπὸ θεοσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς, τὸν Ἰσίδωρο, ποὺ ἦταν ἔµπορος καὶ τὴν Ἀγάθη Μοσνίν, στὶς 19 Ἰουλίου 1759. Τὸ πρῶτο του ὄνοµα ἦταν Πρόχορος. Σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἔχασε τὸν πατέρα του, καὶ ἡ εὐλαβικὴ µητέρα του, τοῦ µετέδωσε τὴν χριστιανικὴ εὐσέβεια καὶ τὴν ἀγάπη στὴ λειτουργικὴ ζωή. Σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν µελετοῦσε τὶς θεῖες Γραφὲς καὶ ἔδειχνε ἐξαίσια προσωπικότητα. Ὑπέφερε ἀπὸ ἐπικίνδυνη ἀῤῥώστια, ποὺ θαυµατουργικὰ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὴν Παναγία. Δέκα ἑπτὰ ἐτῶν ἐγκατέλειψε τὸν κόσµο καὶ κατέληξε σὲ µία Μονὴ στὴν ἔρηµο τοῦ Σάρωφ. Στὸ 27ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, στὶς 18-8-1786, ἀξιώθηκε νὰ καρεῖ µοναχός µε τὸ ὄνοµα Σεραφείµ. Μετὰ ἑνάµιση χρόνο ἔγινε ἱεροδιάκονος καὶ τὸ 1793, 35 χρονῶν, χειροτονήθηκε ἱεροµόναχος. Λίγο ἀργότερα ἐγκατέλειψε τὸ κοινόβιο καὶ ἄρχισε αὐστηρὴ πνευµατικὴ ἀσκητικὴ ζωή, σὲ ἀσκητήριο βαθιὰ στὴν ἔρηµο τοῦ Σάρωφ. Γιὰ τοὺς ὑψηλούς του ἀγῶνες καὶ τὴν θεάρεστη ζωή του, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισµα τῆς διορατικότητας καὶ τῆς θαυµατουργίας. Ἡ ὑπερόσια ζωή του ἄφησε ἐποχή, ἰδιαίτερα στὴ Ῥωσία. Δίδαξε καὶ ἔφερε στὸ δρόµο τῆς σωτηρίας πολλούς. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό του, ἡ ἀπέραντη ἀγάπη ποὺ ἔτρεφε στὰ πλάσµατα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰδιαίτερα στὸν ἄνθρωπο, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ χωρὶς ὅρια ταπεινοφροσύνη του. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν Δευτέρα 2 Ἰανουαρίου 1833, σὲ ἡλικία 74 ἐτῶν. Καὶ µετὰ τὴν µακάρια κοίµησή του ὁ Ὅσιος Σεραφεὶµ ἐπιτελοῦσε θαύµατα καὶ θεράπευε ὅλους, ὅσοι µὲ πίστη ἀπευθύνονταν σ᾿ αὐτόν. Στὶς 19 Ἰουλίου 1903, ἔγινε πανηγυρικὴ ἀνακήρυξή του σὲ Ἅγιο, παρουσία τοῦ τότε Τσάρου, τῆς Τσαρίνας, πολλῶν µελῶν τῆς τσαρικῆς οἰκογένειας καὶ χιλιάδων λαοῦ. Τὴν ἡµέρα αὐτὴ ἔγιναν πολυάριθµες θεραπεῖες.
Ὁ Ὅσιος Σίλβεστρος (Ῥῶσος)
τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου (+ 12ος αἰ.).
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 01
Ἡ Περιτοµὴ τοῦ Χριστοῦ
Ὁ Μωσαϊκὸς νόµος διέταζε τὴν περιτοµὴ τῶν ἀρσενικῶν παιδιῶν (Ἐξοδ. ΙΒ΄ 43-49), (Γεν. ΙΖ΄ 9-19), ἡ ὁποία γινόταν κατὰ τὴν ὀγδόη ἡµέρα ἀπὸ αὐτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ παιδιοῦ (Λευϊτ. ΙΓ΄ 3). Ἡ τελετὴ αὐτὴ ἐλάµβανε χώρα µέσα σὲ κτίριο τῆς Συναγωγῆς, τὸ πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων.Ἔτσι καὶ ἡ περιτοµὴ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ ἔγινε στὴ Συναγωγὴ τῆς Βηθλεέµ. Ἡ χειροποίητος αὐτὴ περιτοµὴ στὸ σῶµα ἦταν τύπος, ποὺ συµβόλιζε τὴν περιτοµὴ τῆς καρδιᾶς, ἐνεργούµενης ἀπ᾿ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ (Δευτ. Γ 16, Λ΄6). Γιὰ τὴν δεύτερη αὐτὴ περιτοµή, τὴν ἀχειροποίητο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «Περιετµήθητε περιτοµῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδυθεῖ τοῦ σώµατος τῶν ἁµαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτοµῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσµατι» (Κολ. Β΄ 11-12). Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιτµηθήκατε καὶ µὲ περιτοµὴ πνευµατική, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπ᾿ τὸ Ἅγιο Πνεῦµα. Καὶ συνίσταται στὸ γδύσιµο καὶ τὴν ἀποβολὴ τοῦ σώµατος, ποὺ δούλεψε στὶς ἁµαρτίες τῆς σάρκας. Τὸ γδύσιµο δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ περιτοµή, ποὺ πήρατε ἀπὸ τὸν Χριστό, ὅταν θαφτήκατε µαζί Του, διὰ τοῦ Ἅγιου Βαπτίσµατος. Τὸ Βρέφος ὅµως τῆς φάτνης, ἀφοῦ γεννήθηκε µὲ τὸν Παλαιὸ Νόµο, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθεῖ καὶ Αὐτὸ στὸν τύπο, ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίωµα νὰ ἰσχύει µέχρι τῆς καταργήσεώς του.
Ὁ Μέγας Βασίλειος
«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσµησας». - Μὲ τὴν φράση αὐτή, τὸ ἀπολυτίκιο, ἀπόλυτα ἐπιτυχηµένα, τονίζει τὴν κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Ἅγιου Βασιλείου, ποὺ µὲ τὴν θεία διδασκαλία του στόλισε µὲ ἀρετὲς τὰ ἤθη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Μέγας αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γεννήθηκε τὸ 329, κατ΄ ἄλλους τὸ 330 µ.Χ., στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, σύµφωνα µὲ τὰ γραφόµενα τοῦ φίλου του, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Τὰ δὲ ἐγκυκλοπαιδικὰ λεξικὰ ἀναφέρουν σὰν πατρίδα τοῦ Μ. Βασιλείου τὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του Βασίλειος (καὶ αὐτός), ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ Ἐµµέλεια, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἂν καὶ κατὰ κόσµον εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι, εἶχαν συγχρόνως καὶ ἀκµαιότατο χριστιανικὸ φρόνηµα. Αὐτοὶ µάλιστα ἔθεσαν καὶ τὶς πρῶτες -καθοριστικῆς σηµασίας- πνευµατικὲς βάσεις τοῦ Ἁγίου. Μὲ ἐφόδιο αὐτὴ τὴν χριστιανικὴ ἀνατροφή, ὁ Βασίλειος ἀρχίζει µία καταπληκτικὴ ἀνοδικὴ πνευµατικὴ πορεία. Ἔχοντας τὰ χαρίσµατα τῆς εὐστροφίας καὶ τῆς µνήµης, κατακτᾷ σχεδὸν ὅλες τὶς ἐπιστῆµες τῆς ἐποχῆς του. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, κατακτᾷ τὴν θεία θεωρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὴν κάνει ἀµέσως πράξη µὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του. Ἂς ἀναφέρουµε ὅµως, περιληπτικά, τὴν πορεία τῶν δραστηριοτήτων του. Μετὰ τὶς πρῶτες του σπουδὲς στὴν Καισαρεία καὶ κατόπιν στὸ Βυζάντιο, ἐπισκέφθηκε, νεαρὸς ἀκόµα, τὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐπὶ τέσσερα χρόνια συµπλήρωσε τὶς σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραµµατική, ἀστρονοµία καὶ ἰατρική, ἔχοντας συµφοιτητές του τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ (τὸν θεολόγο) καὶ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐπέστρεψε στὴν Καισαρεία καὶ δίδασκε τὴν ρητορικὴ τέχνη. Ἀποφάσισε ὅµως, νὰ ἀκολουθήσει τὴν µοναχικὴ ζωὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ κέντρα τοῦ ἀσκητισµοῦ, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὰ τῆς µοναχικῆς πολιτείας στὴν Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταµία. Ὅταν ἐπέστρεψε, ἀποσύρθηκε σὲ µία Μονὴ τοῦ Πόντου, ἀφοῦ ἔγινε µοναχός, καὶ ἀσκήθηκε ἐκεῖ µὲ κάθε αὐστηρότητα γιὰ πέντε χρόνια (357-362). Ἤδη τέλεια καταρτισµένος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο. Ὁ ὑποδειγµατικὸς τρόπος τῆς πνευµατικῆς ἐργασίας του δὲν ἀργεῖ νὰ τὸν ἀνεβάσει στὸ θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης, διαδεχόµενος τὸν Εὐσέβιο στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Καισαρείας (370). Μὲ σταθερότητα καὶ γενναῖο φρόνηµα, ὡς ἀρχιερέας ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Μὲ τοὺς ὀρθόδοξους λόγους ποὺ συνέγραψε, κατακεραύνωσε τὰ φρονήµατα τῶν κακοδόξων. Στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τοῦ Ἀρειανισµοῦ ἀναδείχτηκε ἀδαµάντινος, οὔτε κολακεῖες βασιλικὲς τοῦ Οὐάλεντα (364-378), ποὺ πῆγε αὐτοπροσώπως στὴν Καισαρεία γιὰ νὰ τὸν µετατρέψει στὸν Ἀρειανισµό, οὔτε οἱ ἀπειλὲς τοῦ Μόδεστου µπόρεσαν νὰ κάµψουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνηµα τοῦ Ἁγίου. Ὑπεράσπισε µὲ θάῤῥος τὴν Ὀρθοδοξία, καταπλήσσοντας τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς Ἀρειανούς. Ἀκόµα, ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς ἠθικῆς σήψεως καὶ ἐπέφερε σοφὲς µεταῤῥυθµίσεις στὸ µοναχισµό. Ἡ δὲ ὑπόλοιπη ποιµαντορικὴ δράση του, ὑπῆρξε ἀπαράµιλλη, κτίζοντας τὴν περίφηµη «Βασιλειάδα», συγκρότηµα µὲ εὐαγῆ Ἱδρύµατα, ὅπως πτωχοκοµεῖο κ.ἄ., ὅπου βρῆκαν τροφὴ καὶ περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ἡλικίας, γένους καὶ φυλῆς. Νὰ ἀναφέρουµε ἐπίσης ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔργων του, ἔγραψε καὶ Θεία Λειτουργία, πού, µετὰ τὴν ἐπικράτηση αὐτῆς τῆς συντοµότερης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου, τελεῖται 10 φορὲς τὸ χρόνο: τὴν 1η Ἰανουαρίου (ὅπου γιορτάζεται καὶ ἡ µνήµη του), τὶς πρῶτες πέντε Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὶς παραµονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, τὴν Μ. Πέµπτη καὶ τὸ Μ. Σάββατο. Στὰ πενήντα του χρόνια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξαιτίας τῆς ἀσθενικῆς κράσεώς του καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του (ὁρισµένες πηγὲς λένε ἀπὸ βαριὰ ἀῤῥώστια τοῦ ἥπατος ἢ τῶν νεφρῶν), τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 378 ἢ κατ΄ ἄλλους τὸ 379 µὲ 380, ἐγκαταλείπει τὸ φθαρτὸ καὶ µάταιο αὐτὸ κόσµο, ἀφήνοντας παρακαταθήκη καὶ Ἱερὴ κληρονοµιὰ στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τεράστιο πνευµατικὸ ἔργο.
Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ πατέρας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου θεολόγου
Ἡ Ναζιανζὸς τῆς Καππαδοκίας λεγόταν παλιότερα Διοκαισάρεια, καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος, πατέρας Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἦταν ἀπὸ ἕνα τῶν κοντινῶν χωριῶν, τὴν Ἀριανζό. Πρὶν µπεῖ στὸν κλῆρο, ἦταν ἀνώτερος δηµόσιος ὑπάλληλος, καὶ σὲ θέση, ποὺ µποροῦσε νὰ χρηµατίζεται, ὄπως κατὰ κανόνα ἔκαναν καὶ οἱ συνάδελφοί του. Ἡ τιµιότητά του ὅµως δὲν τὸν ἄφησε νὰ κάνει ἄνοµο κέρδος οὔτε µία δραχµή. Στὴν ἀρχὴ ὁ Γρηγόριος ἀνῆκε σὲ µία θρησκευτικὴ αἵρεση, ποὺ οἱ ὀπαδοὶ της ὀνοµάζονταν Ὑψιστάριοι. Στὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη τὸν ὁδήγησε ἡ εὐσεβέστατη καὶ µορφωµένη σύζυγός του, Νόννα. Τότε ὁ Γρηγόριος ἦταν πολὺ νέος. Βαπτίστηκε τὸ 325, ἀναδείχτηκε ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ τὸ 328 καὶ ἐπισκόπευσε γιὰ 45 χρόνια. Κατὰ τὴν ἐπισκοπική του σταδιοδροµία, ἔζησε µὲ τρόπο ἄξιο γιὰ νὰ τὸν ἁγιοποιήσει. Καὶ τὸ ἄξιζε καὶ µόνο µὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ τὴν σύζυγό του Νόννα, ἁγία κι αὐτή, προῆλθαν δυὸ γιοί, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ Καισάριος ὁ ἰατρός, ἀνακηρυγµένοι ἅγιοι, καὶ µία κόρη, ἡ Γοργονία, ἁγία καὶ αὐτή. Ὁ Γρηγόριος παρέδωσε εἰρηνικὰ καὶ µὲ ἁγιότητα τὴν ψυχή του στὸν Θεό.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἡγούµενος Τριγλίας
Δὲν γνωρίζουµε πολλὰ πράγµατα γιὰ τὴν ζωή του. Ξέρουµε µόνο ὅτι ἦταν ἡγούµενος µίας ἀπὸ τὶς τέσσερις γνωστὲς Μονὲς στὴν Τριγλία. Δηλαδὴ τοῦ Μιδηκίου, Βαθέος Ρύακος, τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Ποιᾶς ἀπ΄ αὐτὲς ὅµως καὶ πότε ἔζησε µᾶς εἶναι ἄγνωστο. Τὴ µνήµη του ἀναφέρει µόνο ὁ ἅγιος Νικόδηµος στὸν Συναξαριστή του.
Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος
Ὁ ἅγιος αὐτὸς Νεοµάρτυρας, καταγόταν ἀπὸ τὴν Τρίπολη τῆς Πελοποννήσου. Ἄγνωστο γιὰ ποιοὺς λόγους συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὸ Ὀντεµίσιο (Τέµισι) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 1776 καὶ πιεζόµενος νὰ ἀσπαστεῖ τὸ κοράνιο στάθηκε ἀκλόνητος στὴν πίστη τῶν πατέρων του. Γι΄ αὐτὸ τὸν λόγο λοιπὸν τὸν κρέµασαν καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.
Ὁ Μωσαϊκὸς νόµος διέταζε τὴν περιτοµὴ τῶν ἀρσενικῶν παιδιῶν (Ἐξοδ. ΙΒ΄ 43-49), (Γεν. ΙΖ΄ 9-19), ἡ ὁποία γινόταν κατὰ τὴν ὀγδόη ἡµέρα ἀπὸ αὐτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ παιδιοῦ (Λευϊτ. ΙΓ΄ 3). Ἡ τελετὴ αὐτὴ ἐλάµβανε χώρα µέσα σὲ κτίριο τῆς Συναγωγῆς, τὸ πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων.Ἔτσι καὶ ἡ περιτοµὴ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ ἔγινε στὴ Συναγωγὴ τῆς Βηθλεέµ. Ἡ χειροποίητος αὐτὴ περιτοµὴ στὸ σῶµα ἦταν τύπος, ποὺ συµβόλιζε τὴν περιτοµὴ τῆς καρδιᾶς, ἐνεργούµενης ἀπ᾿ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ (Δευτ. Γ 16, Λ΄6). Γιὰ τὴν δεύτερη αὐτὴ περιτοµή, τὴν ἀχειροποίητο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «Περιετµήθητε περιτοµῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδυθεῖ τοῦ σώµατος τῶν ἁµαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτοµῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσµατι» (Κολ. Β΄ 11-12). Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιτµηθήκατε καὶ µὲ περιτοµὴ πνευµατική, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπ᾿ τὸ Ἅγιο Πνεῦµα. Καὶ συνίσταται στὸ γδύσιµο καὶ τὴν ἀποβολὴ τοῦ σώµατος, ποὺ δούλεψε στὶς ἁµαρτίες τῆς σάρκας. Τὸ γδύσιµο δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ περιτοµή, ποὺ πήρατε ἀπὸ τὸν Χριστό, ὅταν θαφτήκατε µαζί Του, διὰ τοῦ Ἅγιου Βαπτίσµατος. Τὸ Βρέφος ὅµως τῆς φάτνης, ἀφοῦ γεννήθηκε µὲ τὸν Παλαιὸ Νόµο, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθεῖ καὶ Αὐτὸ στὸν τύπο, ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίωµα νὰ ἰσχύει µέχρι τῆς καταργήσεώς του.
Ὁ Μέγας Βασίλειος
«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσµησας». - Μὲ τὴν φράση αὐτή, τὸ ἀπολυτίκιο, ἀπόλυτα ἐπιτυχηµένα, τονίζει τὴν κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Ἅγιου Βασιλείου, ποὺ µὲ τὴν θεία διδασκαλία του στόλισε µὲ ἀρετὲς τὰ ἤθη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Μέγας αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γεννήθηκε τὸ 329, κατ΄ ἄλλους τὸ 330 µ.Χ., στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, σύµφωνα µὲ τὰ γραφόµενα τοῦ φίλου του, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Τὰ δὲ ἐγκυκλοπαιδικὰ λεξικὰ ἀναφέρουν σὰν πατρίδα τοῦ Μ. Βασιλείου τὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του Βασίλειος (καὶ αὐτός), ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ Ἐµµέλεια, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἂν καὶ κατὰ κόσµον εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι, εἶχαν συγχρόνως καὶ ἀκµαιότατο χριστιανικὸ φρόνηµα. Αὐτοὶ µάλιστα ἔθεσαν καὶ τὶς πρῶτες -καθοριστικῆς σηµασίας- πνευµατικὲς βάσεις τοῦ Ἁγίου. Μὲ ἐφόδιο αὐτὴ τὴν χριστιανικὴ ἀνατροφή, ὁ Βασίλειος ἀρχίζει µία καταπληκτικὴ ἀνοδικὴ πνευµατικὴ πορεία. Ἔχοντας τὰ χαρίσµατα τῆς εὐστροφίας καὶ τῆς µνήµης, κατακτᾷ σχεδὸν ὅλες τὶς ἐπιστῆµες τῆς ἐποχῆς του. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, κατακτᾷ τὴν θεία θεωρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὴν κάνει ἀµέσως πράξη µὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του. Ἂς ἀναφέρουµε ὅµως, περιληπτικά, τὴν πορεία τῶν δραστηριοτήτων του. Μετὰ τὶς πρῶτες του σπουδὲς στὴν Καισαρεία καὶ κατόπιν στὸ Βυζάντιο, ἐπισκέφθηκε, νεαρὸς ἀκόµα, τὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐπὶ τέσσερα χρόνια συµπλήρωσε τὶς σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραµµατική, ἀστρονοµία καὶ ἰατρική, ἔχοντας συµφοιτητές του τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ (τὸν θεολόγο) καὶ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐπέστρεψε στὴν Καισαρεία καὶ δίδασκε τὴν ρητορικὴ τέχνη. Ἀποφάσισε ὅµως, νὰ ἀκολουθήσει τὴν µοναχικὴ ζωὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ κέντρα τοῦ ἀσκητισµοῦ, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὰ τῆς µοναχικῆς πολιτείας στὴν Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταµία. Ὅταν ἐπέστρεψε, ἀποσύρθηκε σὲ µία Μονὴ τοῦ Πόντου, ἀφοῦ ἔγινε µοναχός, καὶ ἀσκήθηκε ἐκεῖ µὲ κάθε αὐστηρότητα γιὰ πέντε χρόνια (357-362). Ἤδη τέλεια καταρτισµένος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο. Ὁ ὑποδειγµατικὸς τρόπος τῆς πνευµατικῆς ἐργασίας του δὲν ἀργεῖ νὰ τὸν ἀνεβάσει στὸ θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης, διαδεχόµενος τὸν Εὐσέβιο στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Καισαρείας (370). Μὲ σταθερότητα καὶ γενναῖο φρόνηµα, ὡς ἀρχιερέας ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Μὲ τοὺς ὀρθόδοξους λόγους ποὺ συνέγραψε, κατακεραύνωσε τὰ φρονήµατα τῶν κακοδόξων. Στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τοῦ Ἀρειανισµοῦ ἀναδείχτηκε ἀδαµάντινος, οὔτε κολακεῖες βασιλικὲς τοῦ Οὐάλεντα (364-378), ποὺ πῆγε αὐτοπροσώπως στὴν Καισαρεία γιὰ νὰ τὸν µετατρέψει στὸν Ἀρειανισµό, οὔτε οἱ ἀπειλὲς τοῦ Μόδεστου µπόρεσαν νὰ κάµψουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνηµα τοῦ Ἁγίου. Ὑπεράσπισε µὲ θάῤῥος τὴν Ὀρθοδοξία, καταπλήσσοντας τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς Ἀρειανούς. Ἀκόµα, ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς ἠθικῆς σήψεως καὶ ἐπέφερε σοφὲς µεταῤῥυθµίσεις στὸ µοναχισµό. Ἡ δὲ ὑπόλοιπη ποιµαντορικὴ δράση του, ὑπῆρξε ἀπαράµιλλη, κτίζοντας τὴν περίφηµη «Βασιλειάδα», συγκρότηµα µὲ εὐαγῆ Ἱδρύµατα, ὅπως πτωχοκοµεῖο κ.ἄ., ὅπου βρῆκαν τροφὴ καὶ περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ἡλικίας, γένους καὶ φυλῆς. Νὰ ἀναφέρουµε ἐπίσης ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔργων του, ἔγραψε καὶ Θεία Λειτουργία, πού, µετὰ τὴν ἐπικράτηση αὐτῆς τῆς συντοµότερης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου, τελεῖται 10 φορὲς τὸ χρόνο: τὴν 1η Ἰανουαρίου (ὅπου γιορτάζεται καὶ ἡ µνήµη του), τὶς πρῶτες πέντε Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὶς παραµονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, τὴν Μ. Πέµπτη καὶ τὸ Μ. Σάββατο. Στὰ πενήντα του χρόνια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξαιτίας τῆς ἀσθενικῆς κράσεώς του καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του (ὁρισµένες πηγὲς λένε ἀπὸ βαριὰ ἀῤῥώστια τοῦ ἥπατος ἢ τῶν νεφρῶν), τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 378 ἢ κατ΄ ἄλλους τὸ 379 µὲ 380, ἐγκαταλείπει τὸ φθαρτὸ καὶ µάταιο αὐτὸ κόσµο, ἀφήνοντας παρακαταθήκη καὶ Ἱερὴ κληρονοµιὰ στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τεράστιο πνευµατικὸ ἔργο.
Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ πατέρας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου θεολόγου
Ἡ Ναζιανζὸς τῆς Καππαδοκίας λεγόταν παλιότερα Διοκαισάρεια, καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος, πατέρας Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἦταν ἀπὸ ἕνα τῶν κοντινῶν χωριῶν, τὴν Ἀριανζό. Πρὶν µπεῖ στὸν κλῆρο, ἦταν ἀνώτερος δηµόσιος ὑπάλληλος, καὶ σὲ θέση, ποὺ µποροῦσε νὰ χρηµατίζεται, ὄπως κατὰ κανόνα ἔκαναν καὶ οἱ συνάδελφοί του. Ἡ τιµιότητά του ὅµως δὲν τὸν ἄφησε νὰ κάνει ἄνοµο κέρδος οὔτε µία δραχµή. Στὴν ἀρχὴ ὁ Γρηγόριος ἀνῆκε σὲ µία θρησκευτικὴ αἵρεση, ποὺ οἱ ὀπαδοὶ της ὀνοµάζονταν Ὑψιστάριοι. Στὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη τὸν ὁδήγησε ἡ εὐσεβέστατη καὶ µορφωµένη σύζυγός του, Νόννα. Τότε ὁ Γρηγόριος ἦταν πολὺ νέος. Βαπτίστηκε τὸ 325, ἀναδείχτηκε ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ τὸ 328 καὶ ἐπισκόπευσε γιὰ 45 χρόνια. Κατὰ τὴν ἐπισκοπική του σταδιοδροµία, ἔζησε µὲ τρόπο ἄξιο γιὰ νὰ τὸν ἁγιοποιήσει. Καὶ τὸ ἄξιζε καὶ µόνο µὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ τὴν σύζυγό του Νόννα, ἁγία κι αὐτή, προῆλθαν δυὸ γιοί, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ Καισάριος ὁ ἰατρός, ἀνακηρυγµένοι ἅγιοι, καὶ µία κόρη, ἡ Γοργονία, ἁγία καὶ αὐτή. Ὁ Γρηγόριος παρέδωσε εἰρηνικὰ καὶ µὲ ἁγιότητα τὴν ψυχή του στὸν Θεό.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἡγούµενος Τριγλίας
Δὲν γνωρίζουµε πολλὰ πράγµατα γιὰ τὴν ζωή του. Ξέρουµε µόνο ὅτι ἦταν ἡγούµενος µίας ἀπὸ τὶς τέσσερις γνωστὲς Μονὲς στὴν Τριγλία. Δηλαδὴ τοῦ Μιδηκίου, Βαθέος Ρύακος, τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Ποιᾶς ἀπ΄ αὐτὲς ὅµως καὶ πότε ἔζησε µᾶς εἶναι ἄγνωστο. Τὴ µνήµη του ἀναφέρει µόνο ὁ ἅγιος Νικόδηµος στὸν Συναξαριστή του.
Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος
Ὁ ἅγιος αὐτὸς Νεοµάρτυρας, καταγόταν ἀπὸ τὴν Τρίπολη τῆς Πελοποννήσου. Ἄγνωστο γιὰ ποιοὺς λόγους συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὸ Ὀντεµίσιο (Τέµισι) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 1776 καὶ πιεζόµενος νὰ ἀσπαστεῖ τὸ κοράνιο στάθηκε ἀκλόνητος στὴν πίστη τῶν πατέρων του. Γι΄ αὐτὸ τὸν λόγο λοιπὸν τὸν κρέµασαν καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


