Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Ὀκτώβριος 21

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Μέγας
Γεννήθηκε τὸ 333 µ.Χ., στὰ χρόνια τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Ἡ κωµόπολη στὴν ὁποία ἀνατράφηκε ὀνοµαζόταν Θαβαθά, πέντε µίλια µακριὰ ἀπὸ τὴν Γάζα. Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι εἰδωλολάτρες. Στὴν ἐπιθυµία τους νὰ σπουδάσουν ὅσο γίνεται καλύτερα τὸ γιό τους, ἔστειλαν αὐτὸν στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ, ὁ Ἰλαρίων γνώρισε τὴ χριστιανικὴ πίστη, τὴν ἀγάπησε καὶ βαπτίσθηκε χριστιανός. Ἔγινε µιµητὴς του Μ. Ἀντωνίου καὶ ἔµεινε ἀρκετὸ καιρὸ κοντά του. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, γύρισε στὴν πατρίδα του, διαµοίρασε στοὺς φτωχοὺς ὅλην του τὴν κληρονοµιὰ καὶ πῆγε στὴν ἔρηµο. Ἐκεῖ κάποτε συνάντησε λῃστές, µὲ τοὺς ὁποίους εἶχε τὸν ἑξῆς διδακτικὸ διάλογο: «Ἐὰν σὲ συναντοῦσαν κλέφτες, τὸν ῥώτησαν, τί θὰ ἔκανες;» Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Τί ἔχει νὰ φοβηθεῖ ὁ γυµνός;». Ἔπειτα τοῦ εἶπαν: «Ἀλλ᾿ ἂν σὲ σκότωναν;» ὁ Ἰλαρίων ἀπάντησε: «Τόσο τὸ καλύτερο. Ὁ σωµατικὸς θάνατος κλείνει τὴν νύκτα τῆς παροῦσας ζωῆς καὶ εἰσάγει στὴν ἀνατολὴ τῆς µέλλουσας ζωῆς». Οἱ ἀπαντήσεις τοῦ Ἰλαρίωνα εἶχαν σὰν ἀποτέλεσµα τὴ µετάνοια τῶν λῃστῶν. Ὁ Ἰλαρίων ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὸ χάρισµα νὰ κάνει θαύµατα. Ἀφοῦ περιόδευσε σὲ πολλοὺς τόπους καὶ χῶρες, παρέδωσε στὸ Θεὸ τὴν ψυχή του, ὀγδόντα χρονῶν.

Οἱ Ἅγιοι Γάιος, Δάσιος καὶ Ζωτικός
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ βρίσκονταν στὴ Νικοµήδεια καὶ ἀπὸ θεῖο ζῆλο ἐµπνεόµενοι, πῆγαν καὶ γκρέµισαν τὰ εἴδωλα τῶν Ἑλλήνων µέσα στοὺς ναούς. Ἔπειτα φανερώθηκαν µόνοι τους καὶ ὑπέστησαν φοβερὰ βασανιστήρια. Τοὺς κρέµασαν ἐπάνω σὲ ξύλα καὶ ἔτριψαν τὶς σάρκες τους µὲ πανιὰ ὑφασµένα ἀπὸ τρίχες κατσίκας. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔδεσαν πέτρες στὸ λαιµό τους, τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα καὶ ἔτσι ὅλοι ἔλαβαν µαρτυρικὸ τέλος.

Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ποὺ ἀσκήτευσε στὸν Ἄθω
Γεννήθηκε κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα στὴ Χρυσούπολη τῆς Μακεδονίας (κοντὰ στὴν Καβάλα), οἱ δὲ γονεῖς του ἦταν ἀπὸ κάποια ἐπαρχία τῆς Μ. Ἀσίας καὶ συγκεκριµένα ἀπὸ τὴν πόλη Ἐλάτεια. Γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἀγαρηνῶν ἦλθαν στὴν Χρυσούπολη, ὅπου πέθανε ὁ πατέρας, ἀφοῦ ἔκανε δυὸ παιδιά. Τὰ παιδιὰ αὐτὰ τὰ ἅρπαξαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ὁ πόνος τῆς µάνας τους Εὐδοκίας ἦταν µεγάλος καὶ γιὰ νὰ τὸν ἐλαφρύνει, κλείστηκε σὲ γυναικεῖο µοναστήρι. Κάποτε ὅµως, σὲ µία πανήγυρη ἑνὸς ἀνδρικοῦ µοναστηριοῦ συνάντησε τὰ δυὸ παιδιά της καὶ µὲ µεγάλη συγκίνηση ἄκουσε τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας τῶν παιδιῶν της, ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἡγουµένου. Ὁ Θεόφιλος ἔτσι ἦταν τὸ πρῶτο του ὄνοµα, ἔδειξε µεγάλη προθυµία στὸ µοναστήρι αὐτὸ καὶ ἐκάρη µοναχός µε τὸ ὄνοµα Φιλόθεος. Κατόπιν πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες ἔγιναν παράδειγµα σὲ πολλοὺς ἀδελφούς. Πέθανε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 84 χρονῶν, ἀφοῦ µόρφωσε πνευµατικὰ στὸν τόπο ἐκεῖνο πολλοὺς µοναχούς.

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρέας, Στέφανος, Παῦλος καὶ Πέτρος
Στοὺς Συναξαριστὲς ὀνοµάζονται νεοφανεῖς Ἅγιοι καὶ µαρτύρησαν ἐπὶ Κων/νου τοῦ Κοπρωνύµου. Ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Ἀνδρέας ἦταν µοναχὸς ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ ἀφοῦ ἔλεγξε τὸν Κοπρώνυµο ἀποκεφαλίστηκε καὶ τάφηκε «ἐν τῇ Κρίσει» (17 Ὀκτωβρίου). Οἱ δὲ ὑπόλοιποι τρεῖς, µᾶλλον µοναχοὶ καὶ αὐτοί, ἀφοῦ ὑπερασπίστηκαν µὲ σθένος τοὺς ὀρθόδοξους ἱεροὺς κανόνες, ἀποκεφαλίστηκαν ἀπὸ τὸν Κοπρώνυµο.

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Ὁσιοµάρτυρας
Μαρτύρησε διὰ πνιγµοῦ µέσα στὴ θάλασσα.

Ἡ Ἁγία Θεοδότη καὶ ὁ Ἅγιος Σωκράτης ὁ Πρεσβύτερος
Ἔζησαν τὸν 3ο αἰῶνα µ.Χ., ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Σεβῆρος, καὶ µαρτύρησαν στὴν Ἄγκυρα. Ἡ Θεοδότη, ἀπὸ εὐγενικὴ οἰκογένεια, ἦταν θαῤῥαλέα στὴν πίστη καὶ ὅπου καὶ ἂν βρισκόταν µιλοῦσε γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ προσπαθοῦσε νὰ αὐξάνει τὸν ἀριθµὸ τῶν ἀφοσιωµένων στὴ λατρεία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ πρεσβύτερος Σωκράτης ἦταν ἱερέας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν λειτουργοῦν µόνο, ἀλλὰ καὶ φωτίζουν καὶ οἰκοδοµοῦν, στὴν ἀνάγκη µάλιστα εἶναι ἕτοιµοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ ποίµνιό τους. Στὴν ἐργασία του αὐτὴ ὁ Σωκράτης εἶχε πολύτιµο βοηθὸ τὴν εὐσεβὴ Θεοδότη, πού, µὲ τὴν διδασκαλία της, προπαρασκεύαζε εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες στὴ γνώση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης, καὶ στὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἁγίου βαπτίσµατος. Ἔτσι λοιπόν, καταγγέλθηκαν καὶ οἱ δυὸ γιὰ τὶς ἐνέργειές τους αὐτές, συνελήφθησαν καὶ µὲ ἀπειλὲς καὶ µαρτύρια τοὺς ἐξανάγκαζαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἀλλ᾿ ἡ γυναῖκα καὶ ὁ ἱερέας ἀπέκρουσαν µὲ ἀγανάκτηση τὴν ἀσεβὴ πρόταση καὶ σφράγισαν τὴν ὁµολογία τῆς πίστης τους µὲ τὸ αἷµα τους, ἀφοῦ ὑπέστησαν θάνατο µὲ ἀποκεφαλισµό.

Ὁ Ἅγιος Εὐκράτης (ἢ Εὔκρατος) ὁ Ὁσιοµάρτυρας
Μαρτύρησε διὰ ξίφους. (Ἴσως νὰ πρόκειται γιὰ τὸν πιὸ πάνω ἅγιο Σωκράτη κατὰ τὴν ἀντιγραφή, ἀπὸ λάθος, νὰ ἔγινε Εὔκρατης).

Ὁ Ὅσιος Βαρούχ
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἄζης
Μαρτύρησε διὰ πυρός.

Ὁ Ἅγιος Πλαντῖνος
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο σελ. 115, συνοδευµένη µὲ αὐτὴ τῆς ἁγίας Εἰρήνης καὶ ἁγίας Μαρίνας τῆς Ῥαϊθοῦ.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος
Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου. Ἡ µνήµη του φέρεται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye, χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα, παρὰ µόνο µὲ τὴν ἑξῆς φράση: «Μνήµη τοῦ ὁσίου Ἰακώβου τοῦ γενοµένου οἰκονόµου τῆς Μονῆς τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Βαθέος Ῥύακος, ὃς ὤρµητο ἐκ τῆς δευτέρας τῶν Καππαδόκων ἐπαρχίας».
Ὁ Ἅγιος Σωκράτης ὁ ἱεροµάρτυρας
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη του αὐτὴν τὴν ἡµέρα. (Ἴσως εἶναι ὁ ἴδιος µε τὸν προηγούµενο, ποὺ ἑορτάζεται µαζὶ µὲ τὴν ἁγία Θεοδότη).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Μονεµβασιά
Ἦταν γιὸς ἱερέα καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Γεράκι τῆς Μονεµβασιᾶς. Τὸ 1770 ὅταν οἱ Ἀλβανοὶ ἦλθαν στὴν Πελοπόννησο, ἔσφαξαν τὸν πατέρα του, καὶ αὐτὸν µαζὶ µὲ τὴν µητέρα του ἀπήγαγαν στὴ Λάρισα. Ἦταν τότε ὁ Ἰωάννης 15 χρονῶν. Ἐκεῖ πουλήθηκε µαζὶ µὲ τὴν µητέρα του σὲ κάποιο Τοῦρκο. Ἐπειδὴ ὅµως ὁ Τοῦρκος αὐτὸς δὲν εἶχε παιδιά, θέλησε νὰ υἱοθετήσει τὸν Ἰωάννη ἀφοῦ τὸν ἐξισλαµίσει. Οἱ τεράστιες καὶ ποικίλες προσπάθειες τοῦ Τούρκου γιὰ νὰ ἐξισλαµίσει τὸν Ἰωάννη, δὲν ἔφεραν κανένα καρπό. Ὁ νέος µε ὑψηλὸ φρόνηµα, διαρκῶς ἔλεγε: «ἐγὼ Τοῦρκος δὲν γίνοµαι, ἐγὼ εἶµαι χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω». Τότε ὁ Τοῦρκος, µέσα στὸ σπίτι του, ἄρχισε νὰ βασανίζει σκληρὰ τὸν Ἰωάννη. Τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου τὸν πίεζε νὰ καταλύσει, καὶ µάλιστα εἶχε βάλει καὶ τὴν µητέρα του νὰ τὸν παρακαλέσει νὰ φάει ἀπὸ τὰ δελεαστικὰ φαγητά. Ἀλλ᾿ ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε: «ἐγὼ εἶµαι γιὸς παπὰ καὶ πρέπει νὰ φυλάττω καλύτερα ἀπὸ τοὺς γιοὺς τῶν λαϊκῶν τοὺς νόµους καὶ τὰ ἔθιµα τῆς Ἁγίας µας Ἐκκλησίας». Ἐξαγριωµένος ὁ σκληρὸς Τοῦρκος ἀπὸ τὴν στάση τοῦ Ἰωάννη, τὸν µαχαίρωσε στὴν καρδιά, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ πεθάνει στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1773.

Ἡ Ἁγία Ursula (Βρεταννίδα)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς ἁγίας τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Ὁ Ἅγιος Finan (Ἰρλανδός)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Ὀκτώβριος 20

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέµιος ὁ Μεγαλοµάρτυρας
Ἦταν διακεκριµένος πολιτικὸς τοῦ Βυζαντίου καὶ εὐσεβέστατος χριστιανός. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἐκτιµῶντας τὰ ἠθικὰ καὶ πολιτικά του χαρίσµατα, τοῦ ἔδωσε τὸ ἀξίωµα τοῦ πατρικίου καὶ τὸν διόρισε Δούκα καὶ Αὐγουστάλιο της Ἀλεξανδρείας. Ὅταν ὁ Ἀρτέµιος ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης βασάνιζε τοὺς χριστιανοὺς στὴν Ἀντιόχεια, ἦλθαν στὰ χείλη του τὰ λόγια τοῦ ψαλµῳδοῦ Δαβὶδ πρὸς τὸ Θεό: «Κύριε, πνεύµατι ἡγεµονικῷ στήριξόν µε». Κύριε, στήριξέ µε µὲ σκέψεις σταθερὲς καὶ θέληση ἰσχυρή, ποὺ νὰ κυριαρχεῖ µέσα µου καὶ νὰ µὲ κατευθύνει στὴν ὑπεράσπιση τοῦ ἀγαθοῦ µε θάῤῥος. Πράγµατι, ὁ Ἀρτέµιος, µὲ τὴν δύναµη ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, πῆγε ἀµέσως στὴν Ἀντιόχεια καὶ µὲ παῤῥησία ἤλεγξε εὐθέως τὸν Ἰουλιανὸ γιὰ τὶς παρανοµίες του κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ὁ Ἰουλιανός, ποὺ δὲν περίµενε τέτοια στάση ἀπὸ ἀξιωµατοῦχο, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν µαστίγωσε ἀλύπητα. Ἔπειτα τοῦ ἔσπασε τὰ κόκαλα µὲ πέτρες, καὶ τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισε. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἀρτεµίου παρέλαβε κάποια διακόνισσα, ἡ Ἀρίστη, ποὺ τὸ µετέφερε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ ναὸ τοῦ προφήτου Προδρόµου.

Οἱ Ἅγιοι Ἐβόρης καὶ Ἐνόης
Μαρτύρησαν διὰ λιθοβολισµοῦ. (Ὁρισµένοι Συναξαριστὲς τοὺς ἀναφέρουν σὰν Ἁγίες Ἐβόρη καὶ Ἐνόη. Ἀλλὰ µᾶλλον, πρόκειται περὶ τῶν µαθητῶν τοῦ Ἁγίου Μίλου, Ἐβόρη καὶ Σενοεῖ. Βλέπε σχετικῶς τὴν 10η Νοεµβρίου).

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἡ Χιοπολίτιδα, ἡ θαυµατουργή
Ὀνοµαζόταν Μαρία καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Βολισσὸς τῆς Χίου ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, τὸν Λέοντα καὶ τὴν Ἄννα. Ἕξι ἄλλες ἀδελφὲς τῆς Μαρίας, µεγαλύτερές της, παντρεύτηκαν ἡ µία µετὰ τὴν ἄλλη, περιζήτητες νύφες γιὰ τὴν ὀµορφιά, τὴν ἀνατροφὴ καὶ γιὰ τὴν καλὴ προῖκα τους. Ἡ µικρότερη ἀφοσιώθηκε στὴ µελέτη τῶν θείων καὶ ἀσχολεῖτο θερµὰ µὲ φιλανθρωπικὰ καθήκοντα. Ἔτσι θέλησε νὰ ἀκολουθήσει ἄλλο δρόµο. Ἡ τακτικὴ ἐπαφή της µὲ τὶς καλογριὲς τῶν γυναικείων µοναστηριῶν τοῦ νησιοῦ, ἔκανε τὴν Μαρία νὰ ποθήσει τὴν ἁγνὴ µοναχικὴ ζωή. Ἀλλ᾿ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς της, τὴν συγκρατοῦσε στὸ πατρικό της σπίτι. Ὅταν ὅµως αὐτοὶ πέθαναν, ἡ Μαρία δοκίµασε τὴν µοναχικὴ ζωὴ κοντὰ σὲ µία εὐσεβὴ χῆρα, ποὺ ἀσκήτευε µὲ τὶς δυὸ θυγατέρες της. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν µοναχικὴ ἐµπειρία, ἀποφάσισε νὰ προσχωρήσει στὶς µοναχικὲς τάξεις. Χειροτονήθηκε λοιπὸν µοναχὴ καὶ µετονοµάσθηκε σὲ Ματρώνα. Ἡ διαγωγή της µέσα στὴ µικρὴ ἀδελφότητα ἦταν ἄριστη. Ἡ διάθεσή της πάντοτε ἀγαθή, φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἐγκάρδια. Μάλιστα, ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῆς πώλησης τῆς περιουσίας της, κτίστηκε στὸ µοναστήρι ὡραιότατος ναός. Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρόνο, πέθανε ἡ γυναῖκα ποὺ κοντά της ἡ Ματρώνα γυµνάστηκε στὴ µοναχικὴ ζωή. Τότε ὅλες οἱ µοναχὲς ἀπὸ κοινοῦ, ἐξέλεξαν ἡγουµένη -παρὰ τὴ θέλησή της- τὴν Ματρώνα. Ὑπὸ τὶς ὁδηγίες της ἡ ἀδελφότητα ζοῦσε µὲ πολλὴ ἐγκράτεια, ὑπακοὴ καὶ εὐσέβεια. Τὸ 1462 ἡ Ματρώνα πέθανε, ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ πραγµατικὰ ἁγία. [Ἄλλες πηγὲς ὑπολογίζουν τὸν χρόνο κοιµήσεως τῆς Ἁγίας 100 περίπου χρόνια πρὶν τὸ 1462, διότι ἡ πρώτη βιογραφία της γράφτηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ῥόδου Νεῖλο (1357)].

Ὁ Ὅσιος Γεράσιµος ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος (Μ. ἀνακοµιδῆς ἱερῶν λειψάνων του)
Γεννήθηκε τὸ 1509 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπίσηµη οἰκογένεια τῶν Νοταράδων καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Δηµητρίου καὶ τῆς Καλῆς. Ἀπὸ µικρὸς ἔλαβε χριστιανικὴ καὶ ἀρχοντικὴ ἀνατροφὴ καὶ διακρινόταν στὸ σχολεῖο γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν εὐφυΐα τοῦ µυαλοῦ του. Εὐγενικὴ ψυχὴ ὁ Γεράσιµος, συµπαθοῦσε τοὺς φτωχοὺς συµµαθητές του καὶ τοὺς βοηθοῦσε µὲ κάθε τρόπο. Ὅταν ἔφτασε σὲ ὥριµη ἡλικία, περιηγήθηκε διάφορα µέρη, ὅπως τὴν Ζάκυνθο, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ γύρω ἀπ᾿ αὐτή, τὸ Ἅγιον Ὄρος, διάφορες Μονὲς τῆς Ἀνατολῆς γιὰ νὰ µείνει στὴν Ἱερουσαλήµ. Ἐκεῖ ὑπηρέτησε σὰν νεωκόρος γιὰ ἕνα χρόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ ἀργότερα Πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύµων Γερµανό. Κατόπιν ἔφυγε καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ κατέληξε στὴν τοποθεσία Ὁµαλά της Κεφαλονιᾶς, ὅπου ἔκτισε γυναικεῖο Μοναστήρι καὶ τὸ ὀνόµασε Νέα Ἱερουσαλήµ. Στὴ Μονὴ αὐτὴ λοιπόν, ἀφοῦ ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ἀνέπτυξε µεγάλες ἀρετές, βοηθῶντας πνευµατικὰ καὶ ὑλικὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κεφαλονιᾶς, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1579, σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν. (Κυρίως αὐτὴ τὴν µέρα ἑορτάζεται ἡ µνήµη τῆς ἀνακοµιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων του 1580-81).

Οἱ Ἅγιοι Ζεβινᾶς, Γερµανὸς, Νικηφόρος καὶ Ἀντώνιος (ἢ Ἀντωνῖνος)
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ µαρτύρησαν ἐπὶ Μαξιµιανοῦ (286-305). Καὶ ὁ µὲν Ἀντωνῖνος ἦταν γέροντας, οἱ δὲ ὑπόλοιποι τρεῖς, νέοι. Συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦταν χριστιανοί, ἀπὸ κάποιον Μάζο στὴν Καισαρεία καὶ ἀποκεφαλίστηκαν. (Ἡ µνήµη τους ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 12η Νοεµβρίου, µαζὶ µὲ τὴν πιὸ κάτω Ἁγία, ποὺ ἐσφαλµένα ἐκεῖ ἀναφέρεται ὡς Μαραθώ).

Ἡ Ἁγία Μαναθώ ἡ παρθένος
Μαρτύρησε καὶ αὐτὴ στὰ χρόνια τοῦ Μαξιµιανοῦ (286-305). Συνελήφθη ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὴ στὴ Σκυθούπολη τῆς Παλαιστίνης καὶ ἀφοῦ τὴν ἔσυραν γυµνὴ µέσα στὴν πόλη, τελικὰ τὴν ἔκαψαν ζωντανή.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐπίσκοπος Τραπεζοῦντας
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, γνωστὸς ὅµως στὴν ἐκκλησία τῆς Τραπεζοῦντας, στὴν ὁποία κάθε χρόνο αὐτὴ τὴν µέρα γιόρταζαν τὴν µνήµη του µὲ ἀσµατικὴ Ἀκολουθία, ποὺ βρῆκε ὁ Κεραµεὺς Παπαδόπουλος σὲ χειρόγραφο στὴν Τραπεζοῦντα, ὅπως γράφει στὰ Βυζαντινὰ Χρονικὰ Σ.12, 143. Ὁ Βασίλειος ἔζησε ἐπὶ βασιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καὶ Κων/νου Προφυρογέννητου. Γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του, κατατάχθηκε στοὺς Ἁγίους της ἐκκλησίας τῆς Τραπεζοῦντας.