Ὁ Ἅγιος Σεβαστιανός
Γεννήθηκε στὰ Μεδιόλανα τῆς Ἰταλίας, τὸ 250 µὲ 256 µ.Χ. Οἱ γονεῖς του τὸν ἀνέθρεψαν µὲ µεγάλη χριστιανικὴ ἐπιµέλεια. Καθὼς ἦταν καὶ ἀπὸ γένος διακεκριµένο, εἵλκυσε τὴν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορα Καρίνου, ποὺ γρήγορα τὸν ἀνέδειξε σὰν στρατιωτικό. Ἔπειτα, ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἔκανε ἀρχηγὸ τοῦ πρώτου συντάγµατος τῶν πραιτοριανῶν. Φιλάνθρωπη ψυχὴ ὁ Σεβαστιανός, ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ πολλὲς φορὲς ὑπῆρξε προστάτης τῶν φτωχῶν καὶ τῶν πασχόντων χριστιανῶν. Πρόθυµα ἐπίσης, βοηθοῦσε στὶς ἀνάγκες τῆς Ῥωµαϊκῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ πάπας Γάιος τοῦ ἀπένειµε τὸν τίτλο τοῦ ὑπερασπιστοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅµως ἄρχισε ὁ διωγµὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, συνελήφθη µία ὁµάδα χριστιανῶν. Ὁ Σεβαστιανός, προκειµένου νὰ τοὺς ἐµψυχώσει τὴν ὥρα ποὺ αὐτοὶ δικάζονταν, πρὸς γενικὴ κατάπληξη ὅλων δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανός. Ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὸ θάνατό του. Καὶ ὁ Σεβαστιανὸς δὲν ἄργησε νὰ πέσει κάτω, τρυπηµένος στὸ στῆθος ἀπὸ βέλος. Τὸ σῶµα του παρέλαβε κάποια εὐσεβὴς χήρα, ἡ Λουκίνα. Διαπίστωσε ὅµως, ὅτι ἀνέπνεε ἀκόµα. Ἀφοῦ τὸν περιποιήθηκε, µετὰ ἀπὸ λίγες ἡµέρες ὁ Σεβαστιανὸς ἀνέκτησε τὴν ὑγεία του. Ἀλλὰ καὶ πάλι ἐπεδίωξε καὶ συνάντησε τὸ Διοκλητιανὸ καὶ τὸν ἤλεγξε γιὰ τὴν σκληρότητά του. Τότε αὐτὸς διέταξε καὶ τὸν µαστίγωσαν µέχρι θανάτου. Ἔτσι, ὁ Σεβαστιανὸς ἔγινε παράδειγµα ἀγωνιστικότητας γιὰ τὴν πίστη «ἄχρι θανάτου».
Οἱ Ἅγιοι Νικόστρατος, Ζωὴ ἡ σύζυγός του, Τραγκυλίνος καὶ ἡ σύζυγός του Μαρκία, Κλαύδιος, Τιβούρτιος, Κάστωρ, Κάστουλος, Μᾶρκος καὶ Μαρκελλίνος
Ὅλοι µαρτύρησαν κατὰ τὸν διωγµὸ ποὺ κίνησε ὁ Διοκλητιανὸς (284-304) ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, µαζὶ µὲ τὸν Ἅγιο Σεβαστιανό, ποὺ ἀναφέραµε πιὸ πάνω. Καὶ οἱ µὲν σύζυγοι Νικόστρατος καὶ Ζωὴ πέθαναν ἀπὸ ἀσφυξία, τοὺς εἶχαν κρεµάσει ἀνάποδα καὶ ἀπὸ κάτω δηµιούργησαν εἰδικὴ ἑστία φωτιᾶς, ὥστε νὰ βγαίνει πολὺς καπνὸς καὶ νὰ πηγαίνει ἀπ᾿ εὐθείας στὸ πρόσωπό τους. Ὁ Τραγκυλίνος πέθανε διὰ λιθοβολισµοῦ, τὸν Κλαύδιο καὶ τὸν Κάστορα ἔπνιξαν µέσα στὴ θάλασσα, ὁ Τιβούρτιος θανατώθηκε διὰ λιθοβολισµοῦ, ὁ Κάστουλος θανατώθηκε µέσα σὲ βόθρο καὶ τέλος, τὸν Μᾶρκο καὶ τὸν Μαρκελλίνο τοὺς θανάτωσαν µὲ τὶς λόγχες. (Οἱ δυὸ τελευταῖοι ἦταν ἀδέλφια καὶ γιοὶ τοῦ Τραγκυλίνου καὶ Μαρκίας, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐθνικοὶ καὶ πῆγαν στὴ φυλακὴ νὰ µεταστρέψουν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη τοὺς δυὸ γιούς τους. Στὸ τέλος ὅµως, µὲ τὴν συµπαράσταση τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, ἔγιναν καὶ αὐτοὶ χριστιανοὶ µὲ τὶς συνέπειες ποὺ περιγράψαµε πιὸ πάνω, ἀφοῦ προηγουµένως ὁ Τραγκυλίνος χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Γάιο ἐπίσκοπος καὶ οἱ δυὸ γιοί του Διάκονοι. Γιὰ δὲ τὴν σύζυγο τοῦ Τραγκυλίνου Μαρκία, δὲν βρίσκουµε κανένα στοιχεῖο ὅτι µαρτύρησε, παρὰ µόνο ὅτι ἔγινε χριστιανή).
Ὁ Ἅγιος Εὐβίωτος
Ἀκατάβλητος καὶ τολµηρὸς στρατιώτης τῆς χριστιανικῆς πίστης ὁ Εὐβίωτος, ἔζησε τὸν 3ο αἰῶνα µετὰ Χριστόν. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Πτωκετὸ ἢ Πωκετὸς τῆς ἐπαρχίας Ὀψικίου καὶ διακρινόταν γιὰ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν θερµὴ πίστη του. Κατὰ τὸν διωγµὸ ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ὑποβλήθηκε σὲ πολλὰ βάσανα καὶ φυλακίσεις. Ἀλλ᾿ ἡ θεία χάρη τὸν προστάτευε καὶ τὸν ἔσῳζε. Λιθοβολήθηκε, ῥαβδίσθηκε, µαστιγώθηκε, σχίστηκαν οἱ σάρκες του καὶ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἐπέζησε καὶ ἔφερε πολλοὺς στὸ δρόµο τῆς σωτηρίας. Ἀργότερα ὁ θρίαµβος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸν βρῆκε στὴν ἀποµόνωση µὲ βαριὰ δεσµά. Ἐλευθερώθηκε καὶ δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν νίκη ποὺ ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία. Ὁ Εὐβίωτος πέθανε τὸ 320 µ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Φλῶρος ἐπίσκοπος Ἀµινσοῦ ἢ Ἀµισοῦ
Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Ἰουστίνου Β´ (565-578), Τιβερίου (578-582) καὶ Μαυρικίου (582-602) στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν καὶ αὐτὸς Φλῶρος, ἡ δὲ µητέρα του Εὐφηµία. Ὁ Ὅσιος Φλῶρος, σπούδασε πολὺ καλὰ τὴν σοφία τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἐξ ἴσου καλὰ καὶ τὶς θεῖες Γραφές. Στὴν ἀρχὴ διορίζεται βασιλικὸς γραµµατέας καὶ στὴ συνέχεια προάγεται στὸ ἀξίωµα τοῦ πατρικίου, ἀφοῦ παντρεύτηκε καὶ ἀπέκτησε παιδιά. Ἐπειδὴ δὲ τὰ παιδιὰ καὶ ἡ γυναῖκα του πέθαναν ἀπὸ µία λοιµικὴ ἀσθένεια, αὐτὸς ἔγινε µοναχὸς καὶ ἡσύχαζε σ᾿ ἕνα κτῆµα του στὴν τοποθεσία Ἀνάπλουν. Ἔπειτα γιὰ τὴν ἀρετή του χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ἀµινσοῦ ἢ Ἀµισοῦ, ποὺ εἶναι πόλη τῆς Καππαδοκίας. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ὁσιακὰ ποίµανε τὸ ποίµνιο τοῦ Χριστοῦ καὶ πολλὲς θαυµατουργίες ἔκανε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Οἱ Ἅγιοι Φωκᾶς καὶ Ἑρµύλος
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
Οἱ Ἅγιοι Ζακχαῖος ὁ Διάκονος καὶ Ἀλφειός ὁ Ἀναγνώστης
Μαρτύρησαν στὴν Καισαρεία. (Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι µ᾿ αὐτοὺς τὴν 18ης Νοεµβρίου).
Ἡ Ἁγία Σοφία ἡ θαυµατουργή
Δὲν ἔχουµε καµία πληροφορία γιὰ τὴ ζωή της, µόνο τὸ δίστιχο: «Θεοῦ σοφίαν ἠγάπησε Σοφία, ὅθεν χάριν δέδεκτο καὶ τῶν θαυµάτων».
Μνήµη Ἐγκαινίων Ναοῦ τῆς Θεοτόκου «ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις»
Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Σύγκελος καὶ Ὁµολογητής
Γεννήθηκε στὴν Παλαιστίνη τὸ 761 ἢ κατ᾿ ἄλλους, τὸ 763. Οἱ πρόγονοί του ἦταν Πέρσες καὶ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὴ διακονία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύµων Θεόδωρος τὸν ἔκειρε ἀναγνώστη στὸν ναὸ τῆς Ἀνάστασης καὶ στὴν Ἱερουσαλὴµ ἐκπαιδεύτηκε κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο. Σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν ἔγινε µοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ µετὰ 12 χρόνια ἄσκησης, χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Θωµᾶ πρεσβύτερος, µὲ πρόταση τοῦ ἡγουµένου τῆς Μονῆς. Μετὰ δυὸ χρόνια ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν Μονὴ σ᾿ ἕνα κελί, ὅπου καλλιέργησε πολὺ τὴν προσευχή. Μάλιστα ὁ ἡγούµενος τῆς Λαύρας, ἐµπιστεύτηκε στὸν Μιχαὴλ τὴν πνευµατικὴ µόρφωση τῶν δυὸ ἀδελφῶν Γραπτῶν Θεοδώρου καὶ Θεοφάνη. Ἀλλ᾿ ὁ Πατριάρχης Θωµᾶς, ἔχοντας ἀνάγκη τὸν Μιχαήλ, τὸν µετακινεῖ µαζὶ µὲ τοὺς δυὸ µαθητές του στὰ Ἱεροσόλυµα καὶ τὸν καθιστᾶ σύγκελλο καὶ σύµβουλό του. Ἀργότερα τὸν στέλνει στὴ Ῥώµη γιὰ κάποια ἐκκλησιαστικὰ ζητήµατα, ἐπέδωσε µάλιστα µέσῳ αὐτοῦ καὶ ἐπιστολὲς στὸν τότε αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν εἰκονοµάχο, τὸν ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Θωµᾶς παρατηροῦσε σκληρὰ γιὰ τὸν διωγµὸ κατὰ τῶν εἰκόνων. Ἐξοργισµένος ἀπ᾿ αὐτὸ ὁ Λέοντας, ἔριξε τὴν πατριαρχικὴ πρεσβεία στὴ φυλακή, ὅπου ἔµεινε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια µέχρι τὴν δολοφονία τοῦ Λέοντα. Ἀλλὰ καὶ µετὰ τὴν ἀνάῤῥηση τοῦ Μιχαὴλ Τραυλοῦ στὸ θρόνο (820) καὶ ἀφοῦ γιὰ λίγο ὁ Ὅσιος ἀποφυλακίζεται, συλλαµβάνεται καὶ πάλι, φυλακίζεται καὶ αὐτὴ ἡ φυλάκισή του παρατάθηκε µέχρι καὶ ὅλη τὴ βασιλεία τοῦ Θεοφίλου. Ἀποφυλακίστηκε ἀπὸ τὴν Θεοδώρα καὶ τὸν γιό της Μιχαὴλ καὶ ἀποδόθηκε στὴν Ἐκκλησία σὰν Ὁµολογητής, ἀφοῦ στὸ σῶµα του ἔφερε τὰ στίγµατα τῶν ἀγώνων του. Μετὰ τὴν καθαίρεση τοῦ εἰκονοµάχου Πατριάρχου Ἰωάννη, ἡ ψῆφος ὅλων γιὰ τὴν διαδοχή, ἦταν µὲ τὸ µέρος τοῦ Μιχαήλ. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχαήλ, 80 χρονῶν πλέον καὶ ἀσθενής, ἀρνήθηκε νὰ δεχτεῖ τὸ θρόνο καὶ ζήτησε νὰ τοῦ παραχωρηθεῖ ἡ µονὴ τῆς Χώρας γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ. Ἐκεῖ πέρασε καὶ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του εἰρηνικὰ καὶ ὅταν πέθανε τὸν ἔθαψαν κοντὰ στοὺς τάφους τῶν ὁµολογητῶν Γερµανοῦ καὶ Πατριάρχη καὶ Θεοδώρου τοῦ Γραπτοῦ (846). (Ἡ µνήµη του περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται - ἀπὸ ὁρισµένα Ἁγιολόγια - καὶ τὴν 4η Ἰανουαρίου).
Ὁ Ἅγιος Μόδεστος Ἱεροµάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύµων
Βλέπε βιογραφικά του στοιχεῖα τὴν 16η Δεκεµβρίου.
Ὁ Ὅσιος Νόµων
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη του. (Μᾶλλον εἶναι Ἅγιος της Κυπριακῆς Ἐκκλησίας).
Κυριακὴ πρὶν τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ
Κατὰ τὴν 18η τοῦ µήνα αὐτοῦ, ἂν τύχει ἡµέρα Κυριακὴ εἰδάλλως ἀµέσως µετὰ ἀπ᾿ αὐτή, ἐπιτελεῖται ἡ µνήµη ὅλων αὐτῶν ποὺ στοὺς αἰῶνες εὐαρέστησαν στὸ Θεό. Ἀπὸ τοῦ Ἀδὰµ δηλαδή, µέχρι καὶ τοῦ Ἰωσὴφ µνηστῆρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ αὐτοί, σύµφωνα µὲ χρονολογικὴ σειρὰ εἶναι οἱ ἑξῆς:
Οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδὰµ καὶ Εὔα, ὁ δίκαιος Ἄβελ, γιὸς τοῦ Ἀδάµ, ὁ Δίκαιος Σήθ, γιὸς τοῦ Ἀδάµ, ὁ Δίκαιος Ἐνώς, γιὸς τοῦ Σήθ, ὁ Δίκαιος Καϊνάν, γιὸς τοῦ Ἐνώς, ὁ Δίκαιος Μαλελεήλ, γιὸς τοῦ Καϊνάν, ὁ Δίκαιος Ἰάρεδ, γιὸς τοῦ Μαλελεήλ, ὁ Δίκαιος Ἐνώχ, γιὸς τοῦ Ἰάρεδ, ὁ Δίκαιος Μαθουσάλας, γιὸς τοῦ Ἐνώχ, ὁ Δίκαιος Λάµεχ, γιὸς τοῦ Μαθουσάλα, ὁ Δίκαιος Νῶε, γιὸς τοῦ Λάµεχ, ὁ Δίκαιος Σήµ, γιὸς τοῦ Νῶε, ὁ Δίκαιος Ἰάφεθ, γιὸς τοῦ Νῶε, ὁ Δίκαιος Ἀρφαξάδ, γιὸς τοῦ Σήµ, ὁ Δίκαιος Καϊνάν, γιὸς τοῦ Ἀρφαξάδ, ὁ Δίκαιος Σάλα, γιὸς τοῦ Καϊνάν, ὁ Δίκαιος Ἕβερ, γιὸς τοῦ Σάλα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο οἱ Ἰουδαῖοι ὀνοµάστηκαν Ἑβραῖοι, ὁ Δίκαιος Φάλεκ, γιὸς τοῦ Ἕβερ, ὁ Δίκαιος Ραβάγ, γιὸς τοῦ Φαλέκ, ὁ Δίκαιος Σερούχ, γιὸς τοῦ Ῥαγάβ, ὁ Δίκαιος Ναχώρ, γιὸς τοῦ Σερούχ, ὁ Δίκαιος Θάῤῥα, γιὸς τοῦ Ναχώρ, ὁ Δίκαιος καὶ Πατριάρχης Ἀβραάµ, γιὸς τοῦ Θάῤῥα, ὁ Πατριάρχης Ἰσαάκ, γιὸς τοῦ Ἀβραάµ, ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ, γιὸς τοῦ Ἰσαάκ, ὁ Πατριάρχης Ρουβίµ, πρῶτος γιὸς τοῦ Ἰακώβ, ὁ Πατριάρχης Συµεών, δεύτερος γιὸς τοῦ Ἰακώβ, ὁ Πατριάρχης Λευΐ, τρίτος γιὸς τοῦ Ἰακώβ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἡ Λευιτικὴ φυλή, ὁ Πατριάρχης Ἰούδας, γιὸς τοῦ Ἰακὼβ ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ ὁποίου κατάγεται ὁ Χριστός, ὁ Πατριάρχης Ζαβουλών, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ παράλια, ὁ Πατριάρχης Ἰσάχαρ, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ «γηπόνος», ὁ Πατριάρχης Δάν, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ ὁποίου ἦταν οἱ Κριτές, ὁ Πατριάρχης Γάδ, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ πάντα λῄστευε ἀλλὰ καὶ λῃστευόταν, ὁ Πατριάρχης Ἀσὴρ, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ ἦταν σὲ χῶρες πλούσιες καὶ σιτοφόρες, ὁ Πατριάρχης Νεφθαλείµ, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ ἦταν πολυπληθής, ὁ Πατριάρχης Ἰωσὴφ, γιὸς τοῦ Ἰακὼβ τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ ἦταν ἔνδοξη καὶ περήφανη, ὁ Πατριάρχης Βενιαµίν, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ὁποίου ἡ φυλὴ στὴν ἀρχὴ ἦταν ἄγρια καὶ στὴ συνέχεια ἔγινε ἤρεµη καὶ ἄκακη ὁ Φαρές καὶ Ζαρά, δίδυµοι γιοὶ τοῦ Ἰούδα τοῦ Πατριάρχη, ὁ Ἐσρώµ, γιὸς τοῦ Φαρές, ὁ Ἀράµ, γιὸς τοῦ Ἐσρώµ, ὁ Ἀµιναδάβ, γιὸς τοῦ Ἀράµ, ὁ Ναασών, γιὸς τοῦ Ἀµιναδάβ, ὁ Σαλµών, γιὸς τοῦ Ναασών, ὁ Βοόζ, γιὸς τοῦ Σαλµών, ὁ Ὠβήδ, γιὸς τοῦ Βοὸζ ἀπὸ τὴν Ῥούθ, ὁ Ἰεσσαί, γιὸς τοῦ Ὠβήδ, ὁ Δαβὶδ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἰεσσαί, ὁ Σολοµών ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Δαβίδ, ὁ Ροβοάµ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Σολοµῶντα, ὁ Ἀβιὰ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ῥοβοάµ, ὁ Ἀσὰ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἀβιὰ, ὁ Ἰωσαφάτ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἀσὰ, ὁ Ἰωρὰµ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἰωασαφάτ, ὁ Ὀζίας ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἰωράµ, ὁ Ἰωάθαµ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ὀζίου, ὁ Ἄχαζ ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἰωάθαµ, ὁ Ἐζεκίας ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἄχαζ, ὁ Μανασσῆς ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἐζεκία, ὁ Ἀµµὼν ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Μανασσῆ, ὁ Ἰωσίας ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἀµµών, ὁ Ἰεχονίας ὁ βασιλιάς, γιὸς τοῦ Ἰωσία, ὁ Σαλαθιήλ, γιὸς τοῦ Ἰεχονία, ὁ Ζοροβάβελ, γιὸς τοῦ Σαλαθιήλ, ποὺ ἀνήγειρε τὸν ναὸ τῶν Ἱεροσολύµων ὅταν εἶχε καεῖ, ὁ Ἀβιοὺδ, γιὸς τοῦ Ζοροβάβελ, ὁ Ἐλιακείµ, γιὸς τοῦ Ἀβιούδ, ὁ Ἀζώρ, γιὸς τοῦ Ἐλιακείµ, ὁ Σαδώκ, γιὸς τοῦ Ἀζώρ, ὁ Ἀχείµ, γιὸς τοῦ Σαδώκ, ὁ Ἐλιούδ, γιὸς τοῦ Ἀχείµ, ὁ Ἐλεάζαρ, γιὸς τοῦ Ἐλιούδ, ὁ Ματθάν, γιὸς τοῦ Ἐλεάζαρ, ὁ Ἰακώβ, γιὸς τοῦ Ματθάν, ὁ Ἰωσὴφ ὁ µνήστωρ, γιὸς τοῦ Ἰακώβ, ὁ Δίκαιος Μελχισεδέκ, ὁ Δίκαιος Ἰώβ, ὁ Προφήτης Μωϋσῆς καὶ Ὢρ καὶ Ἀαρών οἱ ἱερεῖς, ὁ Δίκαιος Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ὁ Προφήτης Σαµουήλ, ὁ Προφήτης Νάθαν, ὁ Προφήτης Δανιὴλ, οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Παῖδες, ἡ Δίκαια Σάῤῥα γυναῖκα τοῦ Ἀβραάµ, ἡ Δίκαια Ῥεβέκκα γυναῖκα τοῦ Ἰσαάκ, ἡ Δίκαια Λεία πρώτη γυναῖκα τοῦ Ἰακώβ, ἡ Δίκαια Ῥαχήλ, δεύτερη γυναῖκα τοῦ Ἰακώβ, ἡ Δίκαια Ἀσινέθ, γυναῖκα τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Πάγκαλου, ἡ Δίκαια Μαρία, ἀδελφὴ τοῦ Μωύσεως, ἡ Δίκαια Δεβόρα, ἡ Δίκαια Ῥούθ, ἡ Δίκαια Σαραφθία, πρὸς τὴν ὁποία ἐστάλη ὁ Ἠλίας, ἡ Δίκαια Σωµανίτιδα, ποὺ φιλοξένησε τὸν Ἐλισσαῖο, ἡ Δίκαια Ἰουδήθ, ἡ Δίκαια Ἐσθήρ, ποὺ λύτρωσε τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸν θάνατο, ἡ Δίκαια Ἄννα, µητέρα τοῦ Σαµουὴλ καὶ ἡ Δίκαια Σωσάννα.
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Ἁγιολόγιον - Δεκέµβριος 17
Ὁ Προφήτης Δανιὴλ καὶ τὰ τρία παιδιὰ Ἀνανίας, Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ
Ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τέσσερις µεγάλους προφῆτες καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 7ου µὲ τὶς ἀρχὲς 6ου π.Χ. αἰῶνα. Ἀνῆκε στὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, ἦταν ἀπὸ βασιλικὸ γένος καὶ γεννήθηκε στὴν Ἄνω Βηθαρά. Νήπιο ἀκόµα, ὁδηγήθηκε µαζὶ µὲ τοὺς γονεῖς του αἰχµάλωτος στὴ Βαβυλῶνα. Μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Ναβουχοδονόσορα, ὁ Δανιὴλ (ποὺ ὁ αὐτοκράτορας µετονόµασε Βαλτάσαρ) µὲ τοὺς τρεῖς Ἑβραίους νεαρούς, Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ, σπούδασαν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλή. Ἐπειδὴ ἡ ἀπόδοσή τους στὶς σπουδὲς ἦταν ἄριστη, ὅταν ἐνηλικιώθηκαν ὁ βασιλιὰς τοὺς ἔδωσε µεγάλη θέση στὸ κράτος. Μάλιστα ὁ Δανιὴλ εἶχε τὸ χάρισµα νὰ ἑρµηνεύει ὄνειρα καὶ ἀργότερα προφήτευσε καὶ τὸν ἐρχοµὸ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Κάποτε ὅµως ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἔκανε δική του χρυσὴ εἰκόνα καὶ ἀπαίτησε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀξιωµατούχους καὶ τὸ λαὸ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Ὁ Δανιὴλ ἔλειπε σὲ ἀποστολή. Ἦταν ὅµως οἱ τρεῖς παῖδες, ποὺ δὲν προσκύνησαν τὴν εἰκόνα. Ἀµέσως καταγγέλθηκαν στὸ βασιλιά. Αὐτὸς τοὺς εἶπε ὅτι, ἂν πράγµατι δὲν προσκύνησαν, τοὺς περιµένει τὸ καµίνι τῆς φωτιᾶς. Τότε οἱ τρεῖς παῖδες ἀπάντησαν: «Ἄκου βασιλιά, ὁ οὐράνιος Θεός, τὸν ὁποῖο ἐµεῖς λατρεύουµε, εἶναι τόσο δυνατός, ποὺ µπορεῖ νὰ µᾶς βγάλει σώους καὶ ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὸ καµίνι τῆς φωτιᾶς καὶ νὰ µᾶς σώσει ἀπὸ τὰ χέρια σου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόµα δὲν τὸ κάνει, νὰ ξέρεις ὅτι τοὺς θεούς σου δὲ λατρεύουµε καὶ τὴν εἰκόνα σου δὲν προσκυνᾶµε». Πράγµατι, ὅταν τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά, οἱ τρεῖς παῖδες βγῆκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Τὸ ἴδιο συνέβη ἀργότερα καὶ µὲ τὸ Δανιήλ, ὅταν ὁ Δαρεῖος τὸν ἔριξε στὸ λάκκο τῶν λεόντων, ἐπειδὴ ἔκανε τὴν προσευχή του, ἐνῷ ὁ βασιλιὰς εἶχε διατάξει γιὰ 30 µέρες νὰ µὴ κάνει κανεὶς ἰδιαίτερη προσευχή. Βλέποντας τὸ θαῦµα ὁ Δαρεῖος, κράτησε τὸ Δανιὴλ στὴν αὐλή του, ὅπου παρέµεινε καὶ πέθανε σὲ βαθιὰ γεράµατα, πιθανότατα, στὰ Σοῦσα.
Οἱ Ἅγιοι Πατερµούθιος, Κόπρις καὶ Ἀλέξανδρος οἱ Ὁσιοµάρτυρες
Χριστιανοί, γεµάτοι εὐσέβεια καὶ ζῆλο, βασανίστηκαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίστηκαν µὲ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη (361-363), ὅταν αὐτὸς ἐκστράτευε κατὰ τῶν Περσῶν. Ὁ Κόπρις, νεαρὸς δείλιασε στὴν ἀρχὴ λίγο. Ἀλλ᾿ ὁ Πατερµούθιος τὸν ἐνίσχυσε µὲ τὰ θερµὰ λόγια του. Καὶ οἱ τρεῖς δέ, ὑπέστησαν τὸ µαρτυρικὸ θάνατο, ψάλλοντες ὕµνους πρὸς τὸν Χριστό.
Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁµολογητὴς πρώην ὀνοµαζόµενος Δουναλέ
Ἡ πατρίδα του ἦταν κοντὰ στὰ Γάδειρα τῆς Ἱσπανίας. Ἀνέθρεψε µὲ εὐσέβεια τὰ παιδιά του καὶ τὰ κατέστησε χρήσιµα καὶ ἀγαθοεργὰ µέλη τῆς κοινωνίας. Ἀργότερα ὁ ἴδιος ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό, ἀφοῦ ἄφησε κάθε βιοτικὴ µέριµνα. Προσκυνητὴς στὴ Ῥώµη, δώρισε πολλὰ χρήµατα στὰ ἐκεῖ χριστιανικὰ ἱδρύµατα, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὅταν στὴ συνέχεια πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 919 µ.Χ. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου διαµοίρασε καὶ τὰ τελευταῖα χρήµατά του καὶ ἔγινε µοναχὸς µὲ τὸ ὄνοµα Στέφανος, ἀπὸ Δουναλέ. Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς καὶ βασανίστηκε σκληρά. Κατάφερε ὅµως νὰ διαφύγει µὲ δυὸ ἱερεῖς στὴν Αἴγυπτο. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ µὲ ζῆλο κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο. Καταγγέλθηκε στὸν Ἀµηρᾶ, φυλακίστηκε καὶ ὑπέστη φοβερὰ βασανιστήρια. Βαριὰ τραυµατισµένος, πέθανε δοξάζοντας τὸ Θεό.
Ὁ Ἅγιος Ἴακχος
Ἦταν ἀπὸ τὴν Τρίγλια καὶ µαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Νέος, ὁ Ζακυνθινός, Ἀρχιεπίσκοπος Αἰγίνης
Γόνος εὐσεβέστατης καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῆς Ζακύνθου (πατρὸς Μωκίου Σηκούρου καὶ Παυλίνας), ἀνατράφηκε ἀπ᾿ αὐτὴν µὲ τὰ διδάγµατα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι γρήγορα διακρίθηκε στὰ γράµµατα καὶ τὴν ἀρετή. Νωρίς, µόλις ἐνηλικιώθηκε, ἀσχολήθηκε µὲ τὴ διδασκαλία τοῦ θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως νὰ συντρέχει στὴν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν. Κατόπιν ἔγινε µοναχὸς στὴ βασιλικὴ Μονὴ τῶν Στροφάδων, ὅπου ἀσκήθηκε στὴν ἀγρυπνία, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν µελέτη τῶν Γραφῶν. Ἔπειτα πῆγε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ βρεῖ καράβι προκειµένου νὰ ταξιδέψει στὰ Ἱεροσόλυµα. Ἀλλὰ ὁ τότε ἀρχιερέας τῶν Ἀθηνῶν, ἄκουσε κάποια Κυριακὴ τὸ λαµπρό του κήρυγµα καὶ µετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Αἰγίνης, µὲ τὴν ἐπίσηµη κατόπιν ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Τὰ ποιµαντικά του καθήκοντα, ἐπετέλεσε ἄγρυπνα καὶ ἄοκνα. Ἀναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας καὶ παιδαγωγὸς τοῦ ποιµνίου του. Ἡ φήµη του εἶχε διαδοθεῖ παντοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὸς παρέµενε ἁπλὸς καὶ ταπεινός. Ἀσθένησε ὅµως ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους καὶ παραιτήθηκε. Γύρισε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου µέχρι τὸ 1579 ἦταν προσωρινὸς ἐπίσκοπος. Μετὰ ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Ἀναφωνητρίας, ὅπου ἀσκήτευε καὶ µὲ ἀγάπη κήρυττε καὶ βοηθοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ. Ἦταν τόση ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχε, ὥστε προστάτεψε ἀκόµα καὶ τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ Διονύσιος πέθανε σὲ βαθιὰ γεράµατα, 17 Δεκεµβρίου 1624. Τάφηκε στὴ Μονὴ Στροφάδων καὶ κατὰ τὴν ἐκταφὴ τὸ λείψανό του βγῆκε εὐωδιαστὸ καὶ ἀδιάφθορο. Ἔτσι παραµένει µέχρι σήµερα καὶ ἡ Ζάκυνθος τιµᾷ καὶ πανηγυρίζει τὸν Ἅγιο, σὰν προστάτη καὶ πολιοῦχο της.
Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Νέος
Δὲν σῴζονται βιογραφικά του στοιχεῖα, µόνο κάποιος λόγος τοῦ µέγα λογοθέτη Θεοδώρου Μουζάλων, ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὸν καὶ βρίσκεται στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τέσσερις µεγάλους προφῆτες καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 7ου µὲ τὶς ἀρχὲς 6ου π.Χ. αἰῶνα. Ἀνῆκε στὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, ἦταν ἀπὸ βασιλικὸ γένος καὶ γεννήθηκε στὴν Ἄνω Βηθαρά. Νήπιο ἀκόµα, ὁδηγήθηκε µαζὶ µὲ τοὺς γονεῖς του αἰχµάλωτος στὴ Βαβυλῶνα. Μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Ναβουχοδονόσορα, ὁ Δανιὴλ (ποὺ ὁ αὐτοκράτορας µετονόµασε Βαλτάσαρ) µὲ τοὺς τρεῖς Ἑβραίους νεαρούς, Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ, σπούδασαν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλή. Ἐπειδὴ ἡ ἀπόδοσή τους στὶς σπουδὲς ἦταν ἄριστη, ὅταν ἐνηλικιώθηκαν ὁ βασιλιὰς τοὺς ἔδωσε µεγάλη θέση στὸ κράτος. Μάλιστα ὁ Δανιὴλ εἶχε τὸ χάρισµα νὰ ἑρµηνεύει ὄνειρα καὶ ἀργότερα προφήτευσε καὶ τὸν ἐρχοµὸ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Κάποτε ὅµως ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἔκανε δική του χρυσὴ εἰκόνα καὶ ἀπαίτησε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀξιωµατούχους καὶ τὸ λαὸ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Ὁ Δανιὴλ ἔλειπε σὲ ἀποστολή. Ἦταν ὅµως οἱ τρεῖς παῖδες, ποὺ δὲν προσκύνησαν τὴν εἰκόνα. Ἀµέσως καταγγέλθηκαν στὸ βασιλιά. Αὐτὸς τοὺς εἶπε ὅτι, ἂν πράγµατι δὲν προσκύνησαν, τοὺς περιµένει τὸ καµίνι τῆς φωτιᾶς. Τότε οἱ τρεῖς παῖδες ἀπάντησαν: «Ἄκου βασιλιά, ὁ οὐράνιος Θεός, τὸν ὁποῖο ἐµεῖς λατρεύουµε, εἶναι τόσο δυνατός, ποὺ µπορεῖ νὰ µᾶς βγάλει σώους καὶ ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὸ καµίνι τῆς φωτιᾶς καὶ νὰ µᾶς σώσει ἀπὸ τὰ χέρια σου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόµα δὲν τὸ κάνει, νὰ ξέρεις ὅτι τοὺς θεούς σου δὲ λατρεύουµε καὶ τὴν εἰκόνα σου δὲν προσκυνᾶµε». Πράγµατι, ὅταν τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά, οἱ τρεῖς παῖδες βγῆκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Τὸ ἴδιο συνέβη ἀργότερα καὶ µὲ τὸ Δανιήλ, ὅταν ὁ Δαρεῖος τὸν ἔριξε στὸ λάκκο τῶν λεόντων, ἐπειδὴ ἔκανε τὴν προσευχή του, ἐνῷ ὁ βασιλιὰς εἶχε διατάξει γιὰ 30 µέρες νὰ µὴ κάνει κανεὶς ἰδιαίτερη προσευχή. Βλέποντας τὸ θαῦµα ὁ Δαρεῖος, κράτησε τὸ Δανιὴλ στὴν αὐλή του, ὅπου παρέµεινε καὶ πέθανε σὲ βαθιὰ γεράµατα, πιθανότατα, στὰ Σοῦσα.
Οἱ Ἅγιοι Πατερµούθιος, Κόπρις καὶ Ἀλέξανδρος οἱ Ὁσιοµάρτυρες
Χριστιανοί, γεµάτοι εὐσέβεια καὶ ζῆλο, βασανίστηκαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίστηκαν µὲ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη (361-363), ὅταν αὐτὸς ἐκστράτευε κατὰ τῶν Περσῶν. Ὁ Κόπρις, νεαρὸς δείλιασε στὴν ἀρχὴ λίγο. Ἀλλ᾿ ὁ Πατερµούθιος τὸν ἐνίσχυσε µὲ τὰ θερµὰ λόγια του. Καὶ οἱ τρεῖς δέ, ὑπέστησαν τὸ µαρτυρικὸ θάνατο, ψάλλοντες ὕµνους πρὸς τὸν Χριστό.
Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁµολογητὴς πρώην ὀνοµαζόµενος Δουναλέ
Ἡ πατρίδα του ἦταν κοντὰ στὰ Γάδειρα τῆς Ἱσπανίας. Ἀνέθρεψε µὲ εὐσέβεια τὰ παιδιά του καὶ τὰ κατέστησε χρήσιµα καὶ ἀγαθοεργὰ µέλη τῆς κοινωνίας. Ἀργότερα ὁ ἴδιος ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό, ἀφοῦ ἄφησε κάθε βιοτικὴ µέριµνα. Προσκυνητὴς στὴ Ῥώµη, δώρισε πολλὰ χρήµατα στὰ ἐκεῖ χριστιανικὰ ἱδρύµατα, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὅταν στὴ συνέχεια πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 919 µ.Χ. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου διαµοίρασε καὶ τὰ τελευταῖα χρήµατά του καὶ ἔγινε µοναχὸς µὲ τὸ ὄνοµα Στέφανος, ἀπὸ Δουναλέ. Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς καὶ βασανίστηκε σκληρά. Κατάφερε ὅµως νὰ διαφύγει µὲ δυὸ ἱερεῖς στὴν Αἴγυπτο. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ µὲ ζῆλο κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο. Καταγγέλθηκε στὸν Ἀµηρᾶ, φυλακίστηκε καὶ ὑπέστη φοβερὰ βασανιστήρια. Βαριὰ τραυµατισµένος, πέθανε δοξάζοντας τὸ Θεό.
Ὁ Ἅγιος Ἴακχος
Ἦταν ἀπὸ τὴν Τρίγλια καὶ µαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Νέος, ὁ Ζακυνθινός, Ἀρχιεπίσκοπος Αἰγίνης
Γόνος εὐσεβέστατης καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῆς Ζακύνθου (πατρὸς Μωκίου Σηκούρου καὶ Παυλίνας), ἀνατράφηκε ἀπ᾿ αὐτὴν µὲ τὰ διδάγµατα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι γρήγορα διακρίθηκε στὰ γράµµατα καὶ τὴν ἀρετή. Νωρίς, µόλις ἐνηλικιώθηκε, ἀσχολήθηκε µὲ τὴ διδασκαλία τοῦ θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως νὰ συντρέχει στὴν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν. Κατόπιν ἔγινε µοναχὸς στὴ βασιλικὴ Μονὴ τῶν Στροφάδων, ὅπου ἀσκήθηκε στὴν ἀγρυπνία, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν µελέτη τῶν Γραφῶν. Ἔπειτα πῆγε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ βρεῖ καράβι προκειµένου νὰ ταξιδέψει στὰ Ἱεροσόλυµα. Ἀλλὰ ὁ τότε ἀρχιερέας τῶν Ἀθηνῶν, ἄκουσε κάποια Κυριακὴ τὸ λαµπρό του κήρυγµα καὶ µετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Αἰγίνης, µὲ τὴν ἐπίσηµη κατόπιν ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Τὰ ποιµαντικά του καθήκοντα, ἐπετέλεσε ἄγρυπνα καὶ ἄοκνα. Ἀναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας καὶ παιδαγωγὸς τοῦ ποιµνίου του. Ἡ φήµη του εἶχε διαδοθεῖ παντοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὸς παρέµενε ἁπλὸς καὶ ταπεινός. Ἀσθένησε ὅµως ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους καὶ παραιτήθηκε. Γύρισε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου µέχρι τὸ 1579 ἦταν προσωρινὸς ἐπίσκοπος. Μετὰ ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Ἀναφωνητρίας, ὅπου ἀσκήτευε καὶ µὲ ἀγάπη κήρυττε καὶ βοηθοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ. Ἦταν τόση ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχε, ὥστε προστάτεψε ἀκόµα καὶ τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ Διονύσιος πέθανε σὲ βαθιὰ γεράµατα, 17 Δεκεµβρίου 1624. Τάφηκε στὴ Μονὴ Στροφάδων καὶ κατὰ τὴν ἐκταφὴ τὸ λείψανό του βγῆκε εὐωδιαστὸ καὶ ἀδιάφθορο. Ἔτσι παραµένει µέχρι σήµερα καὶ ἡ Ζάκυνθος τιµᾷ καὶ πανηγυρίζει τὸν Ἅγιο, σὰν προστάτη καὶ πολιοῦχο της.
Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Νέος
Δὲν σῴζονται βιογραφικά του στοιχεῖα, µόνο κάποιος λόγος τοῦ µέγα λογοθέτη Θεοδώρου Μουζάλων, ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὸν καὶ βρίσκεται στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

