Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Εθναρχία


Η άλωση της Κων/πολης σφράγισε την πτώση του Βυζαντίου και διαμόρφωσε το νέο πολιτικό πλαίσιο του οθωμανικού κράτους με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ανάλαβε εκκλησιαστικές και πνευματικές ευθύνες όχι μόνο στα όρια της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του, αλλά και σε πανορθόδοξο πεδίο.
Η έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των ορθοδόξων λαών γενικότερα, επίσημη πολιτική της Υψηλής Πύλης διαμορφώθηκε από ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν ήταν άγνωστες στον Οικουμενικό Θρόνο από προηγούμενη εμπειρία. Οι γνωστές θεωρητικές αυτές προϋποθέσεις αξιοποιήθηκαν με υψηλή συνείδηση ευθύνης και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις σχετικές συζητήσεις με τον κατακτητή, έγιναν δε κριτήριο για την θεσμική κατοχύρωση της νομικής θέσεως των χριστιανών στο οθωμανικό κράτος. Οι υποτελείς στην Υψηλή Πύλη χριστιανοί είχαν λοιπόν νομικά κατοχυρωμένο το δικαίωμα της υπάρξεως, της θρησκευτικής πίστεως, της χριστιανικής παιδείας και της ελευθερίας της λατρείας, με την υποχρέωση βεβαίως της αναγνωρίσεως του καθεστώτος και της καταβολής των επιβαλλόμενων φόρων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανάλαβε την εποπτεία, την οργάνωση και την λειτουργία των χριστιανικών κοινοτήτων, καθώς και σημαντικές αρμοδιότητες για διοικητικές, αστικές, ποινικές και εκπαιδευτικές, υποθέσεις των χριστιανών του οθωμανικού κράτους. Αυτά ίσχυαν υπό τον όρο βεβαίως ότι θα αναλάμβανε την ευθύνη για τον έλεγχο της μη τηρήσεως από τους χριστιανούς των νομικών τους υποχρεώσεων έναντι της Υψηλής Πύλης.
Η άσκηση της λεπτής αυτής εκκλησιαστικής και εθναρχικής αποστολής προσδιόρισε αντίστοιχα τον ρόλο τόσο της Πατριαρχικής Συνόδου, όσο και του Πατριαρχικού Δικαστηρίου, ενώ ενίσχυσε την εθνική αποστολή των κατά τόπους ιεραρχών και κληρικών. Βεβαίως, η θεωρητική κατοχύρωση των συγκεκριμένων προνομίων δεν εφαρμόστηκε πάντοτε στην πράξη από την Υψηλή Πύλη και από τους τοπικούς διοικητές. Στα 28 έτη λ.χ. ασκήσεως της εξουσίας από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β' ανήλθαν εννέα πατριάρχες στον πατριαρχικό θρόνο, από τους οποίους μόνο δύο απέθαναν στον Θρόνο. Ήδη ο πρώτος μετά την άλωση Πατριάρχης Γεννάδιος απομακρύνθηκε τρεις φορές από τον Θρόνο και πέθανε στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου των Σερρών. Το χαρακτηριστικό στην περίοδο αυτή φαινόμενο των συνεχών αλλαξοπατριαρχιών παρέλυε ουσιαστικά την λειτουργία των θεσμών του Οικουμενικού Θρόνου για μεγάλες περιόδους, αφού απ' αυτές επωφελείτο όχι μόνο η Υψηλή Πύλη αλλά και η πολιτική των δυτικών κρατών. Στους κύκλους άλλωστε της ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπήρχαν συνήθως φιλόδοξοι ή αντιφρονούντες αρχιερείς, οι οποίοι δεν είχαν ιδιαίτερες δυσκολίες να υποκύψουν στα σχέδια της Υψηλής Πύλης ή των δυτικοευρωπαίων διπλωματών της Κωνσταντινουπόλεως. Είναι όμως ευνόητο ότι η θεσμοποίηση τής πρακτικής των αλλαξοπατριαρχιών αφ' ενός μεν αποδυνάμωσε το θεωρητικό προνόμιο της αναγνωρισμένης αυτοδιοικήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφ' ετέρου δε προκαλούσε τον οικονομικό μαρασμό του.
Η αποδυνάμωση στην διοικητική πράξη των θεωρητικά κατοχυρωμένων προνομίων της αυτοδιοικήσεως και της φοροαπαλλαγής δυσχέραινε αυτονόητα και τις δυνατότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την εκπλήρωση της μεγάλης εκκλησιαστικής και εθναρχικής αποστολής στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο νέος πατριαρχικός οίκος του Φαναριού αναδείχθηκε το νέο κέντρο της Ορθοδοξίας και του Γένους. Στην περιοχή του Φαναριού συγκεντρώθηκαν προοδευτικά πολλές αξιόλογες ελληνικές οικογένειες, οι οποίες έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γράμματα και διακρίθηκαν για τις υπηρεσίες τους σε υψηλά πολιτικά αξιώματα του οθωμανικού κράτους. Οι Φαναριώτες απέκτησαν μεγάλη επιρροή στα δημόσια πράγματα, χωρίς να εγκαταλείψουν την χριστιανική πίστη, η επιρροή δε αυτή έγινε πηγή πλούτου και δύναμης για τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, από τις οποίες επιλέγοντο κατά τον 18ο αιώνα και οι ηγεμόνες των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Είναι γεγονός ότι η πολιτική δύναμη των Φαναριωτών δεν χρησιμοποιήθηκε πάντοτε ευεργετικά για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και για το Γένος, οι δε αυθαίρετες πρωτοβουλίες τους δημιούργησαν μερικές φορές σοβαρά προβλήματα. Η κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την Άλωση εκτεινόταν άμεσα ή έμμεσα από την Κρήτη μέχρι την Βαλτική και από την Αδριατική μέχρι τον Πόντο και την Γεωργία, η δε εθναρχική του αποστολή είχε άμεση αναφορά σε όλους τους Ορθοδόξους του οθωμανικού κράτους, αφού ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναγνωρίστηκε και από την Υψηλή Πύλη ως ανώτατος θρησκευτικός και εθνικός αρχηγός όλων των Ορθόδοξων χριστιανών τού κράτους. Η προσάρτηση στο οθωμανικό κράτος της Συρίας, της Παλαιστίνης (1516) και της Αιγύπτου (1517) ενέταξε στις κανονικές σχέσεις όλων των πατριαρχείων της Ανατολής και την ιδιαιτερότητα της εθναρχικής αποστολής του Οικουμενικού Θρόνου, η οποία ενίσχυσε αντίστοιχα και το πνεύμα συνεργασίας στο πεδίο των εκκλησιαστικών σχέσεων.
Το αστασίαστο κανονικό κύρος και η εσωτερική συνοχή της ευρύτερης διοικητικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Θρόνου υπήρξαν θεμελιακοί παράγοντες για την αποτελεσματικότερη, κατά το εφικτό, εκπλήρωση της σύνθετης αποστολής του στους χαλεπούς καιρούς της μεταβυζαντινής περιόδου. Η προκλητική δράση της Λατινικής Ουνίας απειλούσε με ποικίλους τρόπους τις ίδιες τις δομές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η δε άμυνα της Ορθοδοξίας θα ήταν αδύνατη ή τουλάχιστον αδύναμη χωρίς την εθναρχία .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου