Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

ερμηνευτική

Με τον όρο «ερμηνευτική» νοείται ο αυτοτελής κλάδος της ευρύτερης θεολογικής επιστήμης, που ασχολείται με τις αρχές, τις μεθόδους και την ιστορία της ερμηνείας και κατανόησης του λόγου του θεού και ειδικότερα των βιβλικών κειμένων, η συλλογή των οποίων είναι η Αγία Γραφή. Στο πάνθεο των επιστημών του ανθρώπου της νεώτερης ιστορίας η βιβλική ερμηνευτική προηγήθηκε χρονικά όλων των άλλων μορφών της φιλοσοφικής ερμηνευτικής. H δημιουργία της ερμηνευτικής με τη νεώτερη σημασία του όρου οφείλεται στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής . Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι και η λέξη «ερμηνευτική» ήταν άγνωστη στη λατινική γραμματεία πριν από το ΙΖ' αιώνα , τότε θα πρέπει να δεχθούμε πως η ερμηνευτική ως επιστήμη άνθισε πρώτα στο χώρο της θεολογίας. Και αυτό είναι πολύ φυσικό, αφού κατά το μεσαίωνα, και ιδιαίτερα μετά τη μεταρρύθμιση, μοναδική αυθεντία για το σύνολο του επιστητού ήταν η Αγία Γραφή. Χρειαζόταν λοιπόν ένας επιστημονικός τρόπος κατανόησης αυτής της αυθεντίας. Σταθμός σ' αυτήν την προσπάθεια υπήρξε η ανάπτυξη της κριτικής των πηγών της ευαγγελικής παράδοσης και κυρίως της «συνοπτικής» (της παράδοσης δηλαδή των τριών πρώτων ευαγγελίων που στη γλώσσα της θεολογικής επιστήμης ονομάζονται «Συνοπτικά»). Πέραν της ετυμολογίας, η ερμηνευτική, αποτελεί τον κύριο άξονα δράσεως και ανάλυσης κάθε πληροφορίας. Το εύρος της τεράστιο και ανάλογο του χειριστή. Όταν δε ο ερμηνευτής, προέρχεται από την φιλοσοφικοθεολογική γειτονία, η δράση του είναι πολύπλευρη. Ωστόσο το εύρος της ανάγκης της ερμηνείας στην ορθόδοξη θεολογία είναι μεγάλο, δεδομένης της θείας έμπνευσης που καταλαμβάνει τον άνθρωπο που θεολογεί και τον φέρνει σε έκσταση , όπου τα ακατάληπτα που απαντά στο διάβα του, απαιτούν «ερμηνεία» . Κατά την αρχαία εκκλησία, η ερμηνεία ταυτιζόταν με το υπόμνημα, με αποτέλεσμα οι πρώτοι θεολόγοι και πατέρες να επικεντρώνονται στην επεξήγηση των γραφών. Σήμερα υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ «εξηγήσεως» και «ερμηνείας» και αποτελεί κορυφαίο αξίωμα της εδραίωσης της ερμηνευτικής. Έτσι η «εξήγηση» παραπέμπει στην εννοιολογική απόδοση των ιστορικών κειμένων σε αντίθεση με την «ερμηνεία» η οποία αποτελεί συνεχή προσπάθεια μεταφοράς του αρχαίου κειμένου στην σημερινή πραγματικότητα και των συνεπειών του γι' αυτόν, μετά από την βίωση του . Η ερμηνευτική αποτελεί την οδό της επικοινωνίας στην εκκλησία κατά την διαδρομή των αιώνων. Η ορθόδοξη εκκλησία πέραν των γραφών διαθέτει μια ένδοξη κληρονομιά σε ότι αφορά την εκκλησιαστική παράδοση.
Η παράδοση αποτελεί κύριο συστατικό της θρησκευτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής έκφρασης μιας κοινότητας. Στη βιβλική έρευνα τα πρώτα γραπτά κείμενα της Καινής Διαθήκης, συγγράφονται μετά την πάροδο αρκετών χρόνων από την διαδραμάτιση των γεγονότων της αναστάσεως και αναλήψεως του Χριστού. Είναι φανερό ότι οι αναφορές στα παραπάνω γεγονότα, για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, διασώζονται διαμέσου της παραδόσεως και μάλιστα της προφορικής. Δηλαδή η παράδοση αναφορικά με τη ζωή του Χριστού, τα πάθη και την ανάσταση, αποτελεί τον πλέον βασικό παράγοντα της βιβλικής έρευνας και διάσωσης του ευαγγελικού μηνύματος καθώς και την θεμελίωση της ορθής ερμηνείας της ορθοδόξου θεολογίας. Επιπλέον η παράδοση της Καινής Διαθήκης αποτελεί πράξη πολλαπλότητας διαφορετικών προσεγγίσεων από τους συγγραφείς-Αποστόλους. Μπορεί ο συνοπτικός τρόπος να έχει κοινό άξονα με τον «Ιωάννειο» αλλά η σχηματοποίηση των γραφών στην μορφή του κειμένου, προήλθε από την ουσιαστική έρευνα της εκκλησιαστικής παράδοσης με συνεχή, αδιάκοπη ερμηνεία και επέκταση των πηγών . Στις επιστολές του Παύλου διακρίνονται άνετα πολλαπλοί τύποι διηγήσεων για τα έργα του Χριστού, όπου η εκκλησιαστική παράδοση διαμέσου της ερμηνείας και της έρευνας καταλήγει σε σταθερή μορφή όπου χρησιμοποιείται μόνιμα από την πρώτη εκκλησία έως και σήμερα. Η ιστορική μεθοδολογία απαιτεί μετά την έρευνα την ερμηνεία των διαθέσιμων πηγών (στην προκειμένη περίπτωση της παραδόσεως) ώστε η απόδοση να έχει κοινή συνισταμένη και ορθή τεκμηρίωση.
Η Εκκλησιαστική Παράδοση αποτελεί αλάθητη έκφραση των ενεργειών του Θεού, και δεν είναι διάφορη και ανεξάρτητη από την Αγία Γραφή, η οποία αποτελεί μέρος αυτής και καμία αντίθεση δεν υπάρχει στη διδασκαλία τους. Στην πραγματικότητα μάλιστα, η διάκριση Αγίας Γραφής και Παράδοσης ως δύο πηγών του περιεχομένου της πίστης είναι συμβατική καθώς η Εκκλησία ποτέ δεν ξεχώρισε με τέτοια έμφαση αυτές τις δύο πηγές . Ορθότερα θα λέγαμε ότι η Εκκλησία γνωρίζει μία παράδοση, που νοείται μονάχα σε ιστορική συνέχεια, οπότε και τα βιβλία της Αγίας Γραφής αποτελούν το πιο εκλεκτό, θα έλεγε κανείς, κομμάτι αυτής της παράδοσης . Ιστορικά, ο διαχωρισμός της Ιεράς Παραδόσεως σε δύο κομμάτια, Γραφή και Παράδοση, πηγάζει από την Μεταρρύθμιση του Προτεσταντισμού, από το 16° αιώνα και εφεξής που εξαίροντας σχεδόν τη μοναδικότητα της Αγίας Γραφής (sola scriptura), ως πηγής του λόγου του Θεού, ανάγκασε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στη σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563) να ανακηρύξει με έμφαση Αγία Γραφή και Παράδοση ως δύο Ισότιμες και Ισόκυρες πηγές του περιεχομένου της πίστης . Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος θεωρεί τη διδασκαλία ως καρπό της παράδοσης, πράγμα που σημαίνει ότι η παράδοση κάνει τις Επιστολές του, και όχι αυτές την παράδοση. Κατά συνέπεια, η εκκλησιαστική κοινότητα και η παράδοσή της προηγούνται χρονικά από την καταγραφή των Ευαγγελίων, όπως φυσικά και των άλλων βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Συνεπώς η Αγία Γραφή και η Παράδοση συμπίπτουν ως προς την προέλευση και διαμόρφωση τους και περιέχονται η μία στην άλλη, είναι δηλ. ταυτόσημα μεγέθη.
Στη συγγραφή των βιβλίων της Καινής Διαθήκης αρχαιότερη καταγεγραμμένη μαρτυρία προέρχεται από την αναφορά του Παύλου στο ευχαριστιακό μυστήριο, δίνοντας μεγάλη έμφαση, πρωτίστως στην επιβεβαίωση της εκκλησιαστικής παράδοσης και μετέπειτα στην κατανόηση αυτής διαμέσου της ερμηνείας. Η ερμηνεία και η κατανόηση της εκκλησιαστικής παράδοσης, αποτυπώνεται με λεπτομερή τρόπο ιδιαίτερα κατά τις διηγήσεις των Αποστόλων για το Μυστικό Δείπνο του Ιησού Χριστού. Η τελετουργία του μυστηρίου για να κατανοηθεί, γίνεται ερμηνεία από τους ίδιους τους συγγραφείς με εκτενή ανάλυση στα γεγονότα που έλαβαν χώρα την ημέρα του Δείπνου. Καταλήγουμε δηλαδή στο συμπέρασμα ότι η έμφαση στην ανάλυση και ερμηνεία των γεγονότων του πάθους και της ζωής του Χριστού, συνιστούν καρπό πρωτίστως της νόησης και της κατανόησης της πηγής των γεγονότων, της εκκλησιαστικής παράδοσης και μετέπειτα της ορθής και θεόπνευστης ερμηνευτικής με ποιμαντική ευαισθησία και ευθύνη του συγγραφέα.
Η ερμηνευτική αξία των πατερικών κειμένων που ως πηγή έχουν την εκκλησιαστική παράδοση, έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Αναμφίβολα ουδέποτε διανοήθηκαν με τα ερμηνευτικά κείμενα τους να αντικαταστήσουν τα ευαγγέλια και τις επιστολές της Καινής Διαθήκης. Απλά αναδεικνύουν την κατήχηση ως οικοδομή των χριστιανών όπου η ανάλυση και η ερμηνεία του νοήματος του, θωρακίζουν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Η ερμηνευτική διαδικασία της θεολογίας έχει ιδιάζουσα αξία όταν εφαρμόζεται στην ιερά παράδοση. Ο συνθετικός χαρακτήρας που προσλαμβάνει το αποτέλεσμα της ερμηνείας, το ερμηνευτικό-εξηγητικό έργο, σχετίζεται προς το δόγμα, τα ήθη, την τάξη και κοινωνικότητα της εκκλησίας ενώ ταυτόχρονα προσλαμβάνει μια «οικουμενική» ιδιότητα, υψηλού πνευματικού επιπέδου . Διαμέσου της ερμηνευτικής η εκκλησιαστική παράδοση ζυμώνεται, σφραγίζεται και ανασυνθέτει την πίστη της αρχικής εκκλησίας στα νέα δεδομένα της πολύ-πολιτισμικής πραγματικότητας.
Ο Θεός αποτελεί τον ουσιαστικό συγγραφέα τόσο των ιερών βιβλίων όσο και της εκκλησιαστικής παράδοσης .O ερμηνευτής αναλαμβάνει το έργο της μεταφοράς του θείου δώρου, με μια διαχρονική ιστορικό-διδασκαλική αφοσίωση, ώστε ο δυναμισμός έκφρασης της ερμηνείας να αγγίζει τον αναγνώστη και «βιώμενο» χριστιανό σε βάθος ψυχής. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί για τον ερμηνευτή της εκκλησιαστικής παράδοσης η λατρευτική αφομοίωση στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο ορθόδοξος ερμηνευτής οφείλει να έχει συνείδηση των αδυναμιών του, είτε λόγω του κοσμικού φρονήματος, είτε λόγω της υπερβολικής εξοικείωσης με το θείο, προκειμένου να μην εκπίπτει του προορισμού του. Η οδός αυτή αποτέλεσε αρχή των πατέρων (Μ. Βασιλείου, Ι. Χρισοστόμου ,Ιερού Αυγουστίνου)και αποτελεί οδό δύσβατη, πλήρως ασαφειών διά την κοινή ανθρώπινη λογική, αγωνιών, ψηλαφήσεων και κινδύνων. Δεν είναι καν ανθρώπινη, εντός δηλαδή των δυνατοτήτων του ανθρώπου, αλλά έργο φωτίσεως του Αγίου Πνεύματος. Θεωρίες έξω από την ορθόδοξη θεολογική θέση, δύναται να οδηγήσουν σε προτεσταντικά πρότυπα και θεωρίες, συνδέοντας τη θεοπνευστία καθ'οποιαδήποτε έννοια αποκλειστικά προς τα πρόσωπα των συγγραφέων και ερμηνευτών, παραμελώντας τον οργανικό δεσμό Θεού και εκκλησίας. Η θεοπνευστία νοείται «κατ'έννοιαν και ουχί κατά λέξιν» Συνεπώς η πορεία του ερμηνευτή που ως πηγή έχει την εκκλησιαστική παράδοση, απαιτεί συναίσθηση ευθύνης για την έκφραση της πίστης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αντωνόπουλου Αθανάσιου &Σωτήριου Δεσπότη/Διαχρονικές Συνιστώσες της Χριστιανικής Θεολογίας στην Ορθοδοξία/Τόμος Γ΄, 2008

Γιαγκάζογλου Σταύρου / Πρόσωπο και Ετερότητα/ Δοκίμιο για μία θεολογία της ετερότητας
Ρωμανίδου Σ. Ιωάννου, «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», Τόμος Α΄ (Η Αποκάλυψις, η Ιερά Παράδοσις, η Αγία Γραφή, και το Αλάθητον), Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονική 1999.
Benjamin Jowett, Plato Sophist & analysis,/Facsimile ,June 1960





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου