Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Ἁγιολόγιον

Σεπτέµβριος 16

                                                        Ἡ Ἁγία Εὐφηµία ἡ Μεγαλοµάρτυς
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, στὴ Χαλκηδόνα. Οἱ γονεῖς της Ψιλόφρων καὶ Θεοδωριανὴ ἦταν εὐγενεῖς καὶ θεοφοβούµενοι ἄνθρωποι. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ κόρη τους Εὐφηµία, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν ὑπέροχη ὀµορφιά της καὶ γιὰ τὰ σπάνια πνευµατικά της χαρίσµατα. Κάποτε, λοιπόν, ὁ ἀνθύπατος Μικρᾶς Ἀσίας Πρίσκος ἐξέδωσε διαταγὴ ποὺ ὑποχρέωνε ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Χαλκηδόνας νὰ παρουσιαστοῦν στὴ γιορτὴ τοῦ θεοῦ Ἄρη καὶ νὰ θυσιάσουν πρὸς τιµήν του. Ἡ Εὐφηµία, µαζὶ µὲ ἄλλους χριστιανοὺς ποὺ δὲν παρουσιάστηκαν, συνελήφθησαν καὶ κλείστηκαν στὴ φυλακή. Ὅταν µετὰ 20 µέρες χωρὶς νερὸ καὶ ψωµὶ τοὺς ἔβγαλαν καὶ τοὺς ρώτησαν ἂν ἐµµένουν στὴν πίστη τους, αὐτοὶ ἀποκρίθηκαν θετικά. Τότε κράτησαν µόνο τὴν Εὐφηµία, ποὺ µὲ διάφορα δελεαστικὰ µέσα προσπάθησαν νὰ τὴν πείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό. Ὅµως στὸ µυαλὸ τῆς Εὐφηµίας ἐπικρατοῦσε ὁ λόγος τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ποὺ λέει: «ὃς ἂν ὁµολογήσει ὅτι Ἰησοῦς ἐστὶν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ µένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ». Ὅποιος, δηλαδή, ὁµολογήσει µὲ ὅλες τὶς δυνάµεις του ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς µένει σ᾿ αὐτὸν καὶ αὐτὸς µένει µέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ Εὐφηµία, παρὰ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστη, ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα µὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ βγῆκε ἄθικτη, ἔµεινε σταθερὴ στὴν ὁµολογία της στὸ Χριστό. Τελικὰ τὴν ἔριξαν στὰ θηρία καὶ µία ἀρκούδα τῆς ἔδωσε τὸ θανατηφόρο χτύπηµα.

Ἡ Ἁγία Μελιτινή
Ἡ µεγάλη της πίστη κατόρθωσε νὰ νικήσει τοὺς ἰσχυρότερους ποὺ ἀνέλαβαν νὰ τὴν νικήσουν. Ἡ ἁγία Μελιτινὴ ἔζησε κατὰ τὸ ἔτος 160 µ.Χ., ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀντωνῖνος ὁ ἐπονοµαζόµενος εὐσεβής. Ὁ τότε λοιπὸν ἡγεµόνας τῆς Θρᾴκης Ἀντίοχος, σκληρὸς πολέµιος τῶν χριστιανῶν, διέταξε νὰ συλληφθεῖ καὶ ἡ Μελιτινὴ ἀπὸ τὴν Μαρκιανούπολη, ποὺ καταγγέλθηκε ὅτι ἐργαζόταν δραστήρια γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐπειδὴ οἱ ἀπειλὲς δὲν µπόρεσαν νὰ τὴν φοβίσουν, ἀνέλαβε ἡ ἴδια ἡ σύζυγος τοῦ ἡγεµόνα νὰ τὴν ἀλλαξοπιστήσει. Γιὰ αὐτὸ τὴν δέχτηκε στὸ σπίτι της καὶ χρησιµοποίησε ἐπιδέξια ὅλα τὰ σαγηνευτικὰ καὶ ὕπουλα γυναικεῖα µέσα. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ποὺ ἀνέλαβε νὰ νικήσει, νικήθηκε. Ὑπέστη ὅµως µία ἧττα, ἀπὸ κεῖνες ποὺ συγχρόνως εἶναι καὶ ἔνδοξη νίκη. Θέλησε δηλαδὴ νὰ κάνει εἰδωλολάτρισσα τὴν Μελιτινή, καὶ κατέληξε στὸ νὰ γίνει ἡ ἴδια χριστιανή. Κατόπιν καὶ οἱ δυὸ γυναῖκες µαζί, ἀφοῦ ἀπέκρυψαν τὸ γεγονὸς ἀπὸ τὸν Ἀντίοχο, συνεργάστηκαν καὶ ἔφεραν πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴ χριστιανικὴ πίστη. Μανιώδης ὁ Ἀντίοχος, ὅταν ἔµαθε τὴν ἀλήθεια, ἀποκεφάλισε τὴν Μελιτινή, ἡ ὁποία βάδισε µὲ θάρρος στὸ θάνατο καὶ συγχρόνως στὴν αἰώνια τρυφὴ καὶ δόξα.

Ἡ Ἁγία Λουντµίλα (Τσέχα µάρτυς)
Γεννήθηκε πιθανῶς τὸ ἔτος 856 µ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς, ἀλλὰ εἰδωλολάτρες. Σὲ ἡλικία 16 χρονῶν, ἦλθε σὲ γάµο µὲ τὸν ἡγεµόνα τῶν Τσέχων Μποριβόια. Ἔγιναν χριστιανοὶ τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ δυὸ µεγάλοι Ἱεραπόστολοι τῶν Σλάβων, Μεθόδιος καὶ Κύριλλος βρίσκονταν στὴν Τσεχία. Τότε οἱ δυὸ βασιλεῖς, µὲ θερµὸ χριστιανικὸ ζῆλο, ἔκτισαν πολλὲς ἐκκλησίες καὶ κάλεσαν Ἱερεῖς γιὰ τὸν πλήρη ἐκχριστιανισµό τοῦ λαοῦ ποὺ κυβερνοῦσαν. Ὅµως ὁ Μποριβόια, µόλις 36 χρονῶν ἀπεβίωσε. Τότε ἡ νεαρὴ χήρα Λουντµίλα, µητέρα τριῶν ἀγοριῶν καὶ µίας κόρης, ἀφιέρωσε ὅλη της τὴ ζωὴ στὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ᾿ ὅταν ἀργότερα ἀνέλαβε τὴν ἡγεµονία ὁ ἐγγονός της Βιατσεσλάβος, ἡ νύφη της Δραγοµίρα, προσπάθησε νὰ ἐπαναφέρει τὴν εἰδωλολατρία. Ἡ Λουντµίλα ὅµως τὴν ἐµπόδισε παντοιοτρόπως καὶ ἡ Δραγοµίρα ὁρκίστηκε νὰ τὴν ἐκδικηθεῖ ἀκόµα καὶ µὲ θάνατο. Γιὰ νὰ γλιτώσει ἡ Λουντµίλα, ἀποσύρθηκε σ᾿ ἕνα πύργο κοντὰ στὴν πόλη τῆς Βοηµίας Τέτσιν. Ἐκεῖ ἀκριβῶς τὴν βρῆκαν οἱ ἀπεσταλµένοι τῆς Δραγοµίρας, ὅπου τὴν θανάτωσαν µὲ ἀγχόνη τὸ ἔτος 717 σὲ ἡλικία 62 χρονῶν. Ἀργότερα ὁ ἐγγονός της Βιατσεσλάβος, µετέφερε τὸ ἱερό της λείψανο στὴν Πράγα, ὅπου φυλάσσεται µέχρι σήµερα.

Ὁ Ὅσιος Δωρόθεος ὁ ἐν Αἰγύπτῳ Ἐρηµίτης (+ 4ος αἰ.)
Ὁ Ὅσιος Κυπριανὸς Μητροπολίτης Κιέβου, Ρῶσος (+ 1406)
Ὁ Ἅγιος Ninian (Βρετανός) - ἡ Ἁγία Edithac Ἀγγλίδα)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἁγίων τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ὅι Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.



Σεπτέµβριος 17
Ἁγίες Σοφία, Πίστη, Ἐλπίδα καὶ Ἀγάπη
Μαρτύρησαν στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117-138). Ἡ µητέρα Σοφία, τίµια καὶ θεοσεβὴς γυναῖκα, γρήγορα χήρεψε, καὶ µὲ τὶς τρεῖς κόρες της ἦλθε στὴ Ρώµη. Ἐκεῖ συνελήφθησαν, διότι καταγγέλθηκαν σὰν φηµισµένες χριστιανές. Ἀφοῦ ἀποµόνωσαν τὴν µητέρα, ἄρχισαν νὰ ἀνακρίνουν τὶς κόρες. Πρώτη παρουσιάστηκε στὸ Βασιλιὰ ἡ δωδεκάχρονη Πίστη. Τῆς πρότεινε νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ καὶ θὰ τῆς χορηγοῦσε τὰ πάντα, γιὰ νὰ ζήσει εὐτυχισµένη ζωή. Τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς ἀποτέλεσαν δυναµικὴ ἀπάντηση τῆς Πίστης: «Ἐν πίστει ζῶ, τὴν τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός µε καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐµοῦ». Δηλαδή, ζῶ ἐµπνεόµενη ἀπὸ τὴν πίστη µου στὸ Χριστό, ποὺ µὲ ἀγάπησε καὶ ἔδωσε τὸν ἑαυτό Του γιὰ τὴν σωτηρία µου. Τότε, µετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια, τὴν ἀποκεφάλισαν. Ἐπίσης µὲ τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς, ἀπάντησε καὶ ἡ δεκάχρονη Ἐλπίδα, ὅταν τὴν ρώτησαν ἂν ἀξίζει νὰ ὑποβληθεῖ σὲ τέτοια βασανιστήρια. Ναί, ἀξίζει, εἶπε, διότι «ἠλπίκαµεν ἐπὶ Θεῷ ζώντι, ὃς ἐστὶ σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, µάλιστα πιστῶν». Δηλαδή, ἔχουµε στηρίξει τὶς ἐλπίδες µας στὸ ζωντανὸ Θεό, ποὺ εἶναι σωτὴρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καὶ πρὸ πάντων τῶν πιστῶν. Ἀµέσως τότε καὶ αὐτὴ ἀποκεφαλίστηκε. Ἀλλὰ δὲν ὑστέρησε σὲ ἀπάντηση καὶ ἡ ἐννιάχρονη Ἀγάπη. Εἶπε ὅτι ἡ ὕπαρξή της εἶναι στραµµένη «εἰς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν ὑποµονὴ τοῦ Χριστοῦ». Βέβαια, δὲν ἄργησαν νὰ ἀποκεφαλίσουν καὶ αὐτή. Ὁ δὲ Κύριος, µετὰ τρεῖς µέρες, παρέλαβε καὶ τὴν µητέρα τους.

Ἡ Ἁγία Ἀγαθοκλεία
Μὲ τὴν µεγάλη της ὑποµονὴ στὸ µαρτύριο, στόλισε καὶ αὐτὴ τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισµοῦ. Ἂν καὶ ἀπὸ τὴ γέννησή της δούλα, ἔλαµψε διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐλεύθερη στὴν ψυχή. Ὁ κύριός της, ποὺ ὀνοµαζόταν Νικόλαος, εἶχε γίνει χριστιανὸς καὶ φερόταν πρὸς τὴν Ἀγαθοκλεία µὲ πολλὴ φιλανθρωπία καὶ ἀγαθότητα. Ἀλλ᾿ ἡ κυρία της, Παυλίνα, γυναῖκα σκληρόκαρδη, ἐπέµενε στὴν εἰδωλολατρία. Καὶ ὅπως ἦταν θυµώδης καὶ µέθυσος βασάνιζε πολλὲς φορὲς τὴν Ἀγαθοκλεία καὶ προσπαθοῦσε µὲ πεῖσµα νὰ τὴν ἐπαναφέρει στὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων. Ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια ἔτσι, ἡ ταλαίπωρη καὶ συγχρόνως µακάρια δούλα, ὑπέφερε καθηµερινὴ ζωὴ µαρτυρίου. Τὴν ἔβριζε, τὴν χτυποῦσε, κένταγε µὲ πιρούνια τὸ σῶµα της καὶ τὴν πλήγωνε µὲ ἀλύπητο µαστίγωµα. Καὶ ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ δὲν νικοῦσαν τὴν γνώµη τῆς εὐσεβέστατης χριστιανῆς, κάποια µέρα, ἄναψε φωτιὰ καὶ τὴν ἔσπρωξε µέσα σ᾿ αὐτή. Ἔτσι ἡ Ἀγαθοκλεία λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀσεβὴ καὶ κακοῦργο εἰδωλολάτρισσα κυρία της, καὶ ἀποδήµησε στὰ µακάρια καὶ ἐλεύθερα σκηνώµατα τῶν δικαίων.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιµος, Θεόδοτος καὶ Ἀσκληπιοδότη
Μαρτύρησαν µὲ σκληρὸ τρόπο, ἐπειδὴ ὁµολόγησαν τὸν Χριστό. Στὴν ἀρχὴ τοὺς µαστίγωσαν, κατόπιν τοὺς ἔκοψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τοὺς φυλάκισαν καὶ στὸ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν. (Καταγόταν ἀπὸ τὴν Μαρκιανούπολη τῆς Θρᾴκης).

Ἡ Ἁγία Λούκια ἡ χήρα καὶ Γεµινιανός ὁ γιός της
Ἡ ἁγία Λούκια ἦταν πλούσια Ρωµαία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν βασιλέων Διοκλητιανοῦ (284304) καὶ Μαξιµιανοῦ (286-305). Μετὰ 36 χρόνια χηρείας καὶ σὲ ἡλικία 75 χρονῶν, προδόθηκε ἀπὸ τὸν εἰδωλολάτρη γιό της Εὐτρόπιο, στὸν Διοκλητιανό, ὅτι πιστεύει στὸν Χριστό. Τότε ἡ Ἁγία συνελήφθη καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ὑπέστη σκληρὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ παρέµεινε ἀβλαβὴς καὶ περιφερόταν στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀποδοκιµάσει µ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν µικρότητα τῶν βασανιστῶν της. Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Γερµινιανὸς (ἢ Γεµινιανός), πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ µαζὶ µὲ τὴν Λούκια παρουσιάστηκε στὸν βασιλιά, ὁµολογώντας τὸν Χριστό. Ἡ Λούκια υἱοθέτησε τὸν Γερµινιανό, τὸν βάπτισε καὶ ἀφοὶ ἀπαλλάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βασανιστές τους, ἔφυγαν στὸ Ταυροµένιο τῆς Σικελίας. Ἀλλὰ ἐκεῖ, λόγω διωγµοῦ, ἡ Λούκια τράβηξε γιὰ τὰ βουνά, ὅπου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Γερµινιανὸς συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίστηκε.

Ἡ Ἁγία Θεοδότη «τῆς ἐν Νίκαιᾳ»
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἀλέξανδρου Σεβήρου (222 µ.Χ.), ὅταν διοικητὴς στὴν Καππαδοκία εἶχε σταλεῖ ὁ Σιµπλίκιος. Ἡ Θεοδότη ἦταν ἀπὸ τὸν Εὔξεινο Πόντο, χριστιανὴ πλούσια, ἀλλ᾿ ἀκόµα ἀσύγκριτα πλουσιότερη στὴν εὐσέβεια καὶ στὰ ἔργα φιλανθρωπίας. Καταγγέλθηκε στὸν Σιµπλίκιο, ὅτι µὲ προσωπικές της ἐνέργειες, ἀλλὰ καὶ µὲ χρηµατικὰ βοηθήµατά της, προσηλυτίζει εἰδωλολάτρες στὸν χριστιανισµό. Ἀµέσως τότε τὴν συνέλαβαν καὶ τὴν βασάνισαν µὲ φρικτὸ τρόπο. Ἀλλὰ µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο οἱ πληγές της ἔκλεισαν καὶ ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἄνοιξε αὐτόµατα. Ἔτσι διασώθηκε καὶ ἀπὸ τὸ βραστὸ νερὸ καὶ ἀπὸ ἄλλα θανατηφόρα βασανιστήρια. Τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ἔνδοξα ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Πρόκειται µᾶλλον περὶ τῆς ἰδίας Ἁγίας, ποὺ ἑορτάζει µαζὶ µὲ τὸν Ἅγιο Σωκράτη καὶ τὴν 21η Ὀκτωβρίου).

Οἱ Ἅγιοι Χαράλαµπος, Παντολέων καὶ ἡ συνοδεία τους
«Ἡ σύναξις αὐτῶν τελεῖται ἐν τῷ Δευτέρῳ».

Οἱ Ἅγιοι Πηλέας καὶ Νεῖλος Ἱεροµάρτυρες καὶ Ἐπίσκοποι
Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Παρουσιάστηκαν µὲ θάρρος σὰ Χριστιανοί, µαζὶ µὲ τὸν Πατερµούθιο, τὸν Ἠλία καὶ 100 ἄλλους χριστιανούς, στὸν εἰδωλολάτρη βασιλιά. Ὑπέστησαν φρικτὰ µαρτύρια, τοὺς ἔβγαλαν τὸ δεξὶ µάτι καὶ στὸ τέλος τοὺς ἔκαψαν ζωντανούς.

Οἱ Ἅγιοι Πατερµούθιος καὶ Ἠλίας οἱ ἔνδοξοι
Μαρτύρησαν διὰ πυρός. Βλέπε πιὸ πάνω Πηλέας καὶ Νεῖλος.

Οἱ Ἅγιοι 100 Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι
Βλέπε πιὸ πάνω Πηλέας καὶ Νεῖλος.

Οἱ Ἅγιοι 50 Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη
Αὐτοὶ ἦταν ἀπὸ µία χώρα ποὺ ὀνοµαζόταν Ζωώρα. Καταγγέλθηκαν στὸν δούκα τοῦ τόπου, ὅτι ἦταν χριστιανοί. Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἔστειλαν στὰ µεταλλεῖα σὰν ἐργάτες, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἐπέµεναν στὴν πίστη τους, τελικά τους ἔκαψαν στὴ φωτιὰ ζωντανούς.

Οἱ Ἅγιοι Ἠρακλείδης καὶ Μύρων ἐπίσκοποι Ταµάσου τῆς Κύπρου
Ὁ Ἡρακλείδης ἦταν γιὸς ἱερέα εἰδωλολάτρη, τοῦ Ἱεροκλέα, ποὺ ἱεράτευε κατὰ τὴν Σολέα τῆς Κύπρου, στὸ χωριὸ Λαµπαδιστό. Ὁ ἱερέας διακρινόταν γιὰ τὰ φιλόξενα aἰσθήµατά του καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν δίστασε νὰ φιλοξενήσει τὸν Παῦλο καὶ τὸν Βαρνάβα καὶ τὸν Μᾶρκο, ὅταν αὐτοὶ βρέθηκαν στὸ ἔδαφος τῆς Κύπρου. Τότε εἵλκυσαν στὸν Χριστὸ τὸν γιό του Ἡρακλείδη καὶ αὐτὸς στὴ συνέχεια ἔφερε στὸν Χριστὸ τοὺς γονεῖς του. Τὸν Ἡρακλείδη ὁ Παῦλος διόρισε ἐπίσκοπο Ταµασίων τῆς Κύπρου. Ἐργάστηκε µὲ πολὺ ζῆλο, ἔχοντας συνεργάτη του τὸν Μύρωνα. Μπόρεσαν καὶ οἱ δυὸ νὰ φέρουν κοντὰ στὸν Χριστὸ πολλοὺς εἰδωλολάτρες. Οἱ ἐπιτυχίες τους ὅµως αὐτές, προκάλεσαν τὴν µανία τῶν ἀπίστων. Καὶ ἔτσι κάποια µέρα, ὅρµησαν ὁπλισµένοι ἐπάνω τους καὶ ἀφοῦ τοὺς θανάτωσαν, στὴ συνέχεια τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά. Καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὸ ἁµαράντινο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ θαυµατουργὸς «ὁ ἐν Κύπρῳ»
Ἡ µνήµη του δὲν ἀναφέρεται σὲ κανένα Συναξαριστή. Μόνασε στὴν Κύπρο µαζὶ µὲ ἄλλους 300, ἐπὶ βασιλείας Ἀλεξίου καὶ Ἰωάννου Κοµνηνῶν. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται µαζὶ µ᾿ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀγαπίου καὶ Ἀλεξάνδρου, βλέπε σχετικῶς Α.Χ.Ε.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Εὐξίφιος
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη του. Ἴσως συγχέεται µὲ τὸν ἅγιο Αὔξιβιο (17 Φεβρουαρίου). (Ἐδῶ ὁρισµένοι Συναξαριστές, ἀναφέρουν καὶ τὴν µνήµη τῶν 300 Ἀλαµανῶν Κυπρίων, βλέπε σχετικῶς Α.Χ.Ε.Χ.).

Σεπτέµβριος 18

Ὁ Ὅσιος Εὐµένιος ὁ θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Γορτύνης
Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ὁ Εὐµένιος ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτό του σὲ πολλὲς σκληραγωγίες καὶ ἀσκήσεις. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν ἐκείνη ποὺ τὸν διέκρινε περισσότερο, διότι στὸ µυαλό του εἶχε πάντα τὴν συµβουλὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «πᾷς ὁ ἀγωνιζόµενος πάντα ἐγκρατεύεται». Καθένας, δηλαδή, ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σὲ ὅλα, ἀκόµα καὶ στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό, προκειµένου νὰ πετύχει τὸν πνευµατικό του σκοπό. Καὶ ὁ Εὐµένιος, ἀκολουθώντας τὰ λόγια τοῦ θεόπνευστου Ἀποστόλου, πέτυχε. Ἀξιώθηκε νὰ ἱερωθεῖ καὶ νὰ γίνει ἐπίσκοπος Γορτύνης στὴν Κρήτη. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση, ἡ ἀρετή του ἔλαµψε ἀκόµα περισσότερο καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὴν χάρη καὶ τὴν δύναµη νὰ θαυµατουργεῖ. Καὶ ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοση, µία φορὰ µὲ ἀναµµένες λαµπάδες κατέκαυσε ἕναν δράκοντα, ποὺ ὅρµησε ἐναντίον του. Ἔπειτα ὁ Εὐµένιος πῆγε στὴ Ρώµη, ὅπου µὲ τὴν θεία του διδασκαλία καὶ µὲ θαύµατα στερέωσε τοὺς πιστούς. Ποθώντας, ὅµως, περισσότερη σκληραγωγία καὶ ἄσκηση, πῆγε στὴ Θηβαΐδα τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στοὺς µεγάλους ἀσκητές. Ἐκεῖ παρέδωσε καὶ τὸ πνεῦµα του στὸ Θεό. Τὸ δὲ λείψανό του µεταφέρθηκε καὶ θάφτηκε µὲ τιµὲς στὴν ἕδρα τῆς ἐπισκοπῆς του, στὴν Κρήτη.

Οἱ Ἁγίες Σοφία καὶ Εἰρήνη
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Ἡ µνήµη τους ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 28η Σεπτεµβρίου).

Ἡ Ἁγία Ἀριάδνη
Ἂν καὶ δούλα, ἦταν ἀνώτερη καὶ λαµπρότερη ἀπὸ πολλὲς κυρίες, δοῦλες τῶν κοσµικῶν µαταιοτήτων καὶ τῶν γήινων µολυσµῶν. Ἡ ἁγία Ἀριάδνη ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Ἀδριανοῦ καὶ Ἀντωνίνου (117-139 µ.Χ.), καὶ ἔγινε χριστιανὴ στὴ Φρυγία πόλη τῶν Προµισέων. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ ἀφέντης της Τέρτυλος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἰσχυρότερους πρόκριτους τῆς πόλης, τὴν πίεζε νὰ ἐπανέλθει στὴν εἰδωλολατρία. Ἐκείνη ὅµως ἐπέµενε στὴν χριστιανικὴ ὁµολογία της, καὶ στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὴν πείσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, κατὰ τὴν ἡµέρα µάλιστα ποὺ γιόρταζε τὰ γενέθλιά του ὁ γιὸς τοῦκυρίου της. Τότε τὴν ἔδειραν σκληρὰ καὶ τὴν βασάνισαν γιὰ πολύ, ἀφοῦ ἔγδαραν τὶς σάρκες της µὲ σιδερένια νύχια. Γιὰ νὰ ἀποφύγει περισσότερες πιέσεις, ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι τοῦ κυρίου της. Καὶ ἐνῷ τὴν καταδίωκαν, ἔπεσε σὲ γκρεµὸ ὅπου καὶ βρῆκε τὸν θάνατο.

Ὁ Ἅγιος Κάστωρ
Στὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, µαζὶ µὲ τὸν Κάστορα, προβάλλεται καὶ µία Ἁγία µὲ τὸ ὄνοµα Θεοδώρα.

Ὁ Ὅσιος Ρωµῦλος
Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν ἀναφέρεται κανένα ὑπόµνηµα γιὰ τὸν ὅσιο αὐτό, βιογραφία του ὑπάρχει στὸ ὑπ᾿ ἀριθµ. 154 χειρόγραφο τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ποὺ συνέγραψε ὁ µαθητὴς τοῦ ἐν λόγῳ Ὁσίου, Γρηγόριος. Σύµφωνα λοιπὸν µὲ τὰ στοιχεῖα αὐτά, ὁ Ὅσιος Ρωµύλος γεννήθηκε τὸ 1300 περίπου στὴν παραδουνάβια πόλη Βιδίνιο, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του ἦταν Ἕλληνας καὶ ἡ µάνα του Βουλγάρα. Τὸ πρῶτο του ὄνοµα ἦταν Ράικος καὶ σὲ κατάλληλη ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἐµπιστεύθηκαν σὲ σπουδαῖο δάσκαλο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς Ράικος ἔµαθε τὰ πρῶτα του γράµµατα. Στὴ συνέχεια, ἐπειδὴ εἶχε κλίση στὴ µοναχικὴ ζωή, κατέφυγε στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας, κοντὰ στὸ Τίρνοβο (Βουλγαρίας). Ἐκεῖ ἔγινε µοναχὸς µὲ τὸ ὄνοµα Ρωµανὸς καὶ ἀσκήτευσε εὐδοκίµως γιὰ τρία συνεχῆ χρόνια. Κατόπιν ἔκανε κοντὰ στὸν ὅσιο Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ ἔγινε µεγαλόσχηµος µὲ τὸ ὄνοµα Ρωµύλος, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔξω ἀπὸ τὴν Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, ὅπου µαζὶ µὲ τὸν µαθητή του Γρηγόριο ἀσκήτευε στὴν ἡσυχία. Πολλοὶ Ἁγιορεῖτες ἔρχονταν κοντά του γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὰ σοφὰ λόγια του καὶ νὰ πάρουν τὶς ὀρθὲς πνευµατικὲς συµβουλές του. Κατὰ τὸν πόλεµο ὅµως Τούρκων κατὰ Σέρβων καὶ Βουλγάρων, πολλοὶ Σερβοβούλγαροι µοναχοί, λόγω φόβου, µετακινήθηκαν. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ Ρωµύλος, πηγαίνοντας στὴν Αὐλῶνα (ἴσως τῆς Ἀλβανίας). Κατόπιν ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ραβένιτσα τῆς Σερβίας, ὅπου στὴν ἐκεῖ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Μετὰ τὸν θάνατό του, ὁ τάφος εὐωδίαζε καὶ ἐπετέλεσε πολλὰ θαύµατα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου