Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Η Κυριακή Προσευχή

 Στα αραμαϊκά


ܐܒܘܢ ܕܒܫܡܝܐ

ܢܬܩܕܫ ܫܡܟ

ܬܐܬܐ ܡܠܟܘܬܟ

ܬܐܬܐ ܡܠܟܘܬܟ

ܐܝܟܢܐ ܕܒܫܡܝܐ ܐܦ ܒܪܥܐ

ܗܒ ܠܢ ܠܚܡܐ ܕܣܘܢܩܢܢ ܝܘܡܢܐ

ܘܫܒܘܩ ܠܢ ܚܘܒܝܢ ܘܚܬܗܝܢ

ܐܝܟܢܐ ܕܐܦ ܚܢܢ ܫܒܩܢ ܠܚܝܒܝܢ

ܠܐ ܬܥܠܢ ܠܢܣܝܘܢܐ

ܐܠܐ ܦܨܐ ܠܢ ܡܢ ܒܝܫܐ

ܡܛܠ ܕܕܠܟ ܗܝ ܡܠܟܘܬܐ

ܘܚܝܠܐ ܘܬܫܒܘܚܬܐ

ܠܥܠܡ ܥܠܡܝܢ

 
Υποδειγματική προσευχή ή Πάτερ Ημών ονομάζεται η προσευχή που παραδόθηκε από τον Ιησού Χριστό στους μαθητές του και αναφέρεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στο κεφάλαιο 6.9-13:
Η Κυριακή Προσευχή είναι δομημένη σε τρία μέρη. Η αρχική επίκληση ακολουθείται από τρία αιτήματα που αφορούν στον Θεό και η προσευχή κλείνει με τρία αιτήματα σχετικά με τους ανθρώπους που ζουν στην προσδοκία του Κράτους του Θεού. Έχει σαφή εσχατολογικό προσανατολισμό ωστόσο υπονοεί μια άμεση συνεργασία Θεού και ανθρώπων. Η Εκκλησία είδε πάντ οτε την Κυριακή Προσευχή ως την κατ’ εξοχή χριστιανική προσευχή. Ο Τερτυλιανός θεωρούσε την Κυριακή Προσευχή σαν μια επιτομή και σύνθεση τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης.
«Σε λίγες μόνο λέξεις, συνοψίζει τα ρητά των προφητών, τα ευαγγέλια, τους Απόστολους, τις ομιλίες, τις παραβολές, τα παραδείγματα και τα εντάλματα του Κυρίου και, συγχρόνως, εκπληρώνονται τόσο πολλές από τις ανάγκες μας. Στην επίκληση του Πατέρα, τιμάμε τον Θεό^ στο Όνομα υπάρχει η ομολογία της πίστης^ στο θέλημά Του είναι η προσφορά της υπακοής^ στη βασιλεία καταγράφεται η ελπίδα^ στο ψωμί βρίσκεται το αίτημα για ζωή^ στο αίτημα για συγχώρεση είναι η ομολογία των αμαρτιών^ στο αίτημα για προστασία είναι ο φόβος του πειρασμού. Γιατί απορούμε; Μόνο ο Θεός θα μπορούσε να μας διδάξει πώς θα ήθελε να προσευχόμαστε» (De Oratione 9,1-3).
Ι. Η αρχική επίκληση   «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς»
Λέγοντας «Πάτερ ημών», ο άνθρωπος αναγνωρίζει την πηγή του και απευθύνεται στην αγάπη Του. Τα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης αποδίδουν στον Γιαχβέ/Κύριο το όνομα «Πατέρας», στο οποίο ενυπάρχουν τα δύο συστατικά της πατρότητας (εξουσία και αγάπη). Ο Θεός παρουσιάζεται αρχικά ως Πατέρας του λαού Ισραήλ, επειδή τον δημιούργησε μέσω της εκλογής του Αβραάμ και της διαθήκης Του με αυτόν. Έτσι ο Ισραήλ έγινε ο πρωτότοκος του Θεού και συνεπώς ο λαός Του (Έξοδ. 4/δ/22-23, Δευτ. 32/λβ6-8). Ως «Πατέρας» του Ισραήλ είναι τρυφερός και στοργικός. Πάντα φιλεύσπλαχνος και πιστός τους περιβάλλει με αγάπη. «Καθώς σπλαχνίζεται ο πατήρ τα τέκνα, ούτως ο Κύριος σπλαχνίζεται τους φοβουμένους αυτόν» (Ψαλμ. 103/ργ/13, Ησ. 49/μθ/15. 66/ξς/15, Ψαλμ. 131/ρλα/2, Ωσηέ 11/ια/1-4,8). Δικαιούται συνεπώς το γόητρο και τη νόμιμη εξουσία που έχει ο πατέρας μιας οικογένειας, από τον οποίο εξαρτώνται και στον οποίο υποτάσσονται τα παιδιά, αποδίδοντας προσήκοντα σεβασμό και υπακοή (Ησ. 64/ξδ/4, 1/α/2, 30/λ/9, Μαλ. 1/α/6). Όμως η πατρική ιδιότητα του Θεού προβάλλεται στην Παλαιά Διαθήκη με ιδιαίτερο τρόπο αναφορικά με τον Μεσσία: «Αυτός θέλει κράξει προς εμέ, Πατήρ μου είσαι, Θεός μου, και πέτρα της σωτηρίας μου. Εγώ βεβαίως θέλω κάμει αυτόν πρωτότοκόν μου, ύψιστον επί τους βασιλείς της γης» (Ψαλμ. 89/πθ/27 Β~ Σαμ. 7/ζ/14 Ψαλμ. 2/β/7). Στην Καινή Διαθήκη η βιβλική αποκάλυψη φανερώνει νέες πτυχές καθώς ο Θεός προβάλλει ως ο Πατέρας του Ιησού Χριστού: Στα Ευαγγέλια η αυτοσυνειδησία του Ιησού ως Υιού είναι σαφέστατη (Λουκ. 2/β/49, Μάρκ. 13/ιγ/32). Επανηλειμμένα δήλωσε ότι από τον Πατέρα είχε σταλεί (Ιωάν. 3/γ/17,34, 5/ε/23,36,37, 6/ς/44,57 κ.λπ.) γι’ αυτό και η Επιστολή προς Εβραίους Τον ονομάζει «απόστολο», δηλ. αποσταλμένο (3/γ/1). Επίσης βεβαίωσε ότι το κήρυγμά Του ήταν λόγια του Πατέρα (Ιωάν. 3/γ/34 12/ιβ/49-50 14/ιδ/10) και η δράση Του απέβλεπε στην πραγματοποίηση του έργου του Πατέρα (Ιωάν. 5/ε/19,36 9/θ/4).[1]Και στις επιστολές είναι πολύ συχνές εκφράσεις όπως «ο πατέρας του Κυρίου μας Ιησούς Χριστού» και άλλες ανάλογες (Ρωμ. 15/ιε/6, Β~ Κορ. 1/α/3, 11/ια/31, Εφεσ. 1/α/13, Κολ. 1/α/3). Όλες οι προσευχές του Ιησού στα ευαγγέλια, από την χαρούμενη κραυγή (Ματθ. 11/ια/25-26) ως την επίκληση της αγωνίας στη Γεθσημανή (Ματθ. 26/κς/39,42), και ως την ικεσία από τον σταυρό (Λουκ. 23/κγ/34, 36), αρχίζουν με το «Πατέρα».[2] Στο δεύτερο Ευαγγέλιο ο Ιησούς απευθύνθηκε στον Θεό με την έκφραση «Αββά» (Mάρκ. 14/ιδ/16). Πρόκειται για μια αραμαϊκή λέξη στενής οικειότητας που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά μόνο όταν απευθύνονταν στον πατέρα τους. (Χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα, όπως εμείς λέμε το «Μπαμπά»). Αποκαλώντας λοιπόν ο Ιησούς τον Θεό «Αββά», φανέρωσε τη μοναδική σχέση μεταξύ Τους, και εμφάνισε συγχρόνως την οικειότητα, την πίστη, τον σεβασμό και την ελεύθερη πρόσβαση που απολάμβανε. Καμία αρχαία εβραϊκή προσευχή, ούτε λειτουργική ούτε ιδιωτική, δεν είχε αποτολμήσει να απευθυνθεί στον Θεό ως «Αββά».[3] Εκτός του Ιησού Χριστού, ο Θεός είναι επίσης Πατέρας των Χριστιανών. Αυτό δεν αναφέρεται ως φυσικό επακόλουθο, αφού ο καθένας είναι πλάσμα του Θεού, αλλά ως δώρο που αποκτήσαμε χάρη στον Χριστό. Αν και εξαιτίας της αμαρτίας είχαμε αλλοτριωθεί από τον Θεό, μέσω της λύτρωσης γινόμαστε δεκτοί με υιοθεσία και ο Θεός τώρα μας προετοιμάζει για να μεταμορφωθούμε στην εικόνα του Υιού Του έτσι ώστε να γίνει Εκείνος ο πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών (Ρωμ. 8/η/29). Μας έχει διαλέξει μέσω του Ιησού Χριστού για να είμαστε τα υιοθετημένα παιδιά Του (Εφ. 1/α/6) και έχει δώσει στις καρδιές μας το Πνεύμα του Υιού Του που φωνάζει: «Αββά, ο Πατήρ» (Γαλ. 4/δ/6). Έτσι το Πνεύμα του Θεού συμμαρτυρεί με το δικό μας πνεύμα ότι είμαστε παιδιά του Θεού (Ρωμ. 8/η/16) και εμείς, που κατέχουμε την «απαρχή» (τα πρωτοκάρπια) του Πνεύματος, στενάζουμε μέσα μας, περιμένοντας πότε η υιοθεσία μας θα γίνει πλήρης και οριστική περιλαμβάνοντας και το σήμερα θνητό μας σώμα (Ρωμ. 8/η/23). (Βλέπε περισσότερα στο πρώτο άρθρο αυτού του τεύχους). Στο μεταξύ απολαμβάνουμε την θεία υιοθεσία μας μέσω της πίστης σε δηλώσεις του θείου λόγου όπως «Όσοι εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού» (Ιωάν. 1/α/12) και «Πάντες είσθε υιοί Θεού διά της πίστεως της εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3/γ/26).
2. «Ο εν τοις ουρανοίς»
Στα Ευαγγέλια, ο Ιησούς μιλά επανειλημμένα για «τον Πατέρα τον εν ουρανοίς» (Ματθ. 5/ε/16,45) και τον «Πατέρα τον ουράνιο» (Ματθ. 6/ς/14).Στην σκέψη του Ιησού και των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης ο «ουρανός» είναι ο θρόνος του Θεού (Ματθ. 5/ε/34), από όπου ακούστηκε η φωνή Του (Μάρκ. 1/α/11) και από όπου κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα (Μάρκ. 1/α/10 Πράξ. 1/α/12). Ο Ιησούς που ήταν στον ουρανό (Ιωάν. 6/ς/38) ανέβηκε ξανά εκεί (Πράξεις 1/α/10-11) από όπου μέλλει να κατέβει και πάλι μια ημέρα (Α~ Θεσ. 4/δ/16). Στενά ενωμένοι με τον Ιησού, τον μονογενή Υιό, όλοι οι μαθητές Του αποτελούν μια ενιαία οικογένεια από υιοθετημένα παιδιά του Θεού. Γι’ αυτό μπορούν κι αυτοί να απευθύνονται στον Θεό ως «Πατέρα» όλης της ανθρωπότητας την οποία Εκείνος τόσο αγαπά, και μέσα στην παντοδύναμη αγάπη Του σκύβει για να χορηγήσει στην ανθρωπότητα την υπερβατικότητά Του, που ανθρώπινα είναι αδύνατο να αποχτηθεί. Εκεί είναι η τελική τους πατρίδα (Φιλιπ. 3/γ/20), το σπίτι τους (Β~ Κορ. 5/ε/1), οι ευλογίες (Εφεσ. 1/α/3), οι ανταμοιβές (Ματθ. 5/ε/12), η ελπίδα (Κολ. 1/α/5) και η κληρονομιά τους (Α~ Πέτρ. 1/α/4). Με αυτό τον τρόπο ο ουρανός είναι μια θεία πραγματικότητα – και συχνά αντικαθιστά το όνομα του Θεού (Ματθ. 3/γ/2, 16/ις/1 κ.λπ.).
3. «Αγιασθήτω το όνομά Σου»
Έτσι ανοίγει η σειρά των τριών αιτημάτων που αναφέρονται στον Θεό. Η κτητική αντωνυμία σε δεύτερο ενικό πρόσωπο χρησιμοποιείται και στα τρία αυτά αιτήματα: το όνομα «Σου», η βασιλεία «Σου», το θέλημά «Σου». Αλλά δεν υπάρχει τρόπος οι άνθρωποι να επιτύχουν τέτοια κατορθώματα. Για τούτο τα αιτήματα αυτά πρέπει να νοηθούν με έναν τρόπο αυτοπαθητικό, όπου τα «αγιασθήτω», «ελθέτω» και «γενηθήτω», υπονοούν το «από Εσέ» και συνεπώς θα μπορούσαν να αποδοθούν ως «Αγίασε το όνομά Σου», «Έλα και βασίλεψε», «Εκτέλεσε το θέλημά Σου».
α) Το όνομα
Στους σημιτικούς λαούς το όνομα προσδιορίζει το άτομο, αναφερόμενο σε ιδιότητες που καθορίζουν την ποιότητα του ανθρώπου. Παρ’ όλο όμως που ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολλοί που δεν τιμούν το όνομά τους, ο Θεός ανταποκρίνεται πλήρως σε ό,τι υπονοείται από αυτό.
β) Πώς αγιάζεται το Όνομα του Θεού;
Σύμφωνα με τη Βίβλο το Όνομα του Θεού, ενώ μπορεί να ατιμάζεται μόνο από τον άνθρωπο, μπορεί να αγιάζεται από τον άνθρωπο αλλά και από τον ίδιο τον Θεό. Ο άνθρωπος αγιάζει το Όνομα του Θεού τηρώντας τις εντολές Του και το βεβηλώνει όταν τις παραβιάζει. Στο Λευιτικό λέει, «Θέλετε λοιπόν φυλάττει τας εντολάς μου, και θέλετε εκτελεί αυτάς. Εγώ είμαι ο Κύριος^ και δεν θέλετε βεβηλόνει το όνομα μου το άγιον^ αλλά θέλω αγιάζεσθαι μεταξύ των υιών Ισραήλ. Εγώ είμαι ο Κύριος, ο αγιάζων υμάς» (22/κβ/31-32). Σημειώστε τις δύο παράλληλες μορφές: την προοδευτική «θέλετε φυλάττει» και «είμαι άγιος»^ και την αντιθετική «θέλετε φυλάττει» και «δεν θέλετε βεβηλόνει». Παράλληλα ο Θεός αγιάζει το όνομά Του όταν τιμωρεί τους Ισραηλίτες που είναι ένοχοι για ειδωλολατρία αλλά και όταν τους απελευθερώνει ύστερα από τη μετάνοιά τους. (Έξοδ. 39/λθ/1-7). Τελικά όμως ο Θεός θα αγιάσει το όνομά Του με έναν ορισμένο και τέλειο τρόπο, όταν καθαρίσει τους Ισραηλίτες από τις αμαρτίες τους, δίνοντάς τους νέα καρδιά και νέο πνεύμα, έτσι ώστε να μπορούν να τηρήσουν τους νόμους Του (Έξοδ. 36/λς/22-28). Οι Χριστιανοί ξέρουμε ότι ο Θεός έχει αρχίσει ήδη αυτή την εσχατολογική εποχή επεμβαίνοντας σωτηριολογικά μέσω του Υιού και χαρίζοντάς μας το Άγιο Πνεύμα Του. Εμμένοντας σ’ αυτή την κλήση οι Χριστιανοί αγιάζουν το Όνομα του Θεού τηρώντας τους νόμους Του και αποδίδοντάς Του δόξα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου