Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Φεβρουάριος 03

Ὁ Δίκαιος Συµεὼν ὁ Θεοδόχος
Κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλήµ. Ἦταν δίκαιος, εὐλαβὴς καὶ φωτισµένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦµα, ποὺ τοῦ εἶχε φανερώσει ὅτι δὲ θὰ πέθαινε πρὶν δεῖ τὸ Χριστό. Ἡ χαρµόσυνη αὐτὴ πληροφορία τὸν ἐµψύχωνε ὡς τὰ βαθειά γεράµατά του. Τέλος, ἀκριβῶς σαράντα µέρες µετὰ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, τὸ Πνεῦµα τὸν πληροφόρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ πάει στὸ Ἱερό. Ἑτοιµάστηκε, λοιπόν, µὲ νεανικὴ ζωηρότητα, πῆγε ἐκεῖ καὶ στάθηκε στὴν πόρτα, γεµάτος εὐχαρίστηση καὶ ἀγαλλίαση. Μέσα στὴν προσδοκία αὐτή, φάνηκαν νὰ ἔρχονται ὁ Ἰωσὴφ µὲ τὴν Παρθένο, ποὺ κρατοῦσε τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Συµεών, πληροφορηµένος ἀπὸ τὸ Πνεῦµα ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός, τρέχει καὶ παίρνει τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του. Τὸν κρατάει εὐλαβικὰ καί, ἀφοῦ καλὰ-καλὰ παρατήρησε τὸ νήπιο καὶ δέχθηκε ὅλη τὴν ἱλαρότητα τῆς θείας µορφῆς του, ὕψωσε τὸ βλέµµα του ἐπάνω καὶ εἶπε εὐχαριστῶντας τὸ Θεό: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆµα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλµοί µου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίµασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ». Τώρα, δηλαδή, πᾶρε τὴν ψυχή µου Δέσποτα, σύµφωνα µὲ τὸ λόγο σου, εἰρηνικά, διότι τὰ µάτια µου εἶδαν αὐτὸν ποὺ θὰ φέρει τὴν σωτηρία ποὺ ἑτοίµασες γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς φῶς, ποὺ θὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ δοξάσει τὸ λαό σου Ἰσραήλ.

Ἄννα ἡ Προφήτιδα
Ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουὴλ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἀσήρ, ὀγδόου γιοῦ τοῦ Ἰακώβ. Παντρεύτηκε πολὺ νέα, καὶ µετὰ ἑπτὰ χρόνια ἔµεινε χήρα. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἔζησε µόνη της, χωρὶς νὰ ἔλθει πλέον σὲ νέο γάµο. Παρηγοριὰ καὶ εὐχαρίστησή της ἦταν ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συχνὴ παρουσία της στὸ Ἱερό, σ᾿ ὅλες τὶς πρωϊνὲς καὶ ἑσπερινὲς δεήσεις. Γιὰ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς ζωῆς της, τὸ Ἅγιο Πνεῦµα µετέδωσε στὴν Ἄννα τὸ προφητικὸ χάρισµα. Ἀξιώθηκε µάλιστα, ἂν καὶ 84 ἐτῶν τότε νὰ ὑποδεχθεῖ στὸ Ναὸ µαζὶ µὲ τὸν δίκαιο Συµεών, τὸ θεῖο Βρέφος. Κατὰ τὴν συνάντηση ἐκείνη, ἡ καρδιὰ τῆς Ἄννας ὑπερχάρηκε καὶ σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε τὸ παιδὶ καὶ κατόπιν, ἀφοῦ εὐχαρίστησε καὶ δοξολόγησε καὶ αὐτὴ τὸ Θεό, διακήρυττε ὅτι ἦλθε ὁ Μεσσίας πρὸς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν περιµένοντας µὲ εἰλικρινῆ εὐσέβεια τὴν λύτρωση τοῦ Ἰσραήλ.

Οἱ Ἅγιοι Ἀδριανὸς καὶ Εὔβουλος
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ µάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴν χώρα Βανέα (δηλαδὴ τὴν χώρα τῆς Ἀρµενίας γύρω ἀπὸ τὴν λίµνη Βᾶν). Αὐτοὶ λοιπόν, θέλησαν νὰ δοῦν ἀπὸ κοντὰ τοὺς Μάρτυρες καὶ Ὁµολογητές του Χριστοῦ τῆς Καισαρείας καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀναχώρησαν γιὰ τὴν πόλη αὐτή. Ἐκεῖ φανερώθηκαν ὅτι εἶναι χριστιανοὶ καὶ ἀµέσως ὁδηγήθηκαν στὸν ἄρχοντα Φιρµιλιανό, ὅπου µὲ πολὺ θάῤῥος ὁµολόγησαν τὸν Χριστό. Τότε τοὺς ἔδειραν ἀνελέητα στὴ ῥάχη καὶ τὰ πλευρά. Ἀλλὰ καὶ πάλι, ὅταν γιὰ δεύτερη φορὰ ὁδηγήθηκαν στὸν ἄρχοντα, ὁµολόγησαν τὸν Χριστό. Ἐξοργισµένος ὁ ἄρχοντας, τοὺς ἔριξε τροφὴ στὰ θηρία. Καὶ ὁ µὲν Ἀδριανός, θηριοµάχησε µὲ λιοντάρι καὶ ἐπειδὴ στάθηκε ἀβλαβής, ἀποκεφαλίσθηκε. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς διαδικασία ὑπέστη καὶ ὁ Εὔβουλος, τὸ τέλος καὶ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἀποκεφαλισµός. Ἔτσι καὶ οἱ δυὸ µαζὶ πῆραν τὰ ἀµάραντα στεφάνια τῆς αἰώνιας δόξας.

Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ Βουκόλος
Ἦταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ οἱ γονεῖς του, πλούσιοι σὲ κοπάδια βοδιῶν, διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὶς ἐλεηµοσύνες τους. Ἀκόµα θερµότερος στὴν πίστη καὶ προθυµότερος στὸ καλό, ὁ γιός ἦταν ἡ παρηγοριὰ πολυάριθµων φτωχῶν καὶ ὀρφανῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους διέθετε κάθε χρόνο ὅλα τὰ εἰσοδήµατα τῆς δουλειᾶς του. Κάποτε γιὰ ἐπαγγελµατικοὺς λόγους ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Αὐτὸ συνέβη ὅταν εἶχε κινηθεῖ φονικὸς διωγµὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, µεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτος καταζητήθηκε ὁ Βλάσιος. Ἔψαξαν παντοῦ, ἀλλὰ δὲν τὸν βρῆκαν πουθενά. Ὅταν ἐπέστρεψε, τοῦ ἀνέφεραν τὰ γεγονότα. Ἡ µητέρα τοῦ τὸν προέτρεπε νὰ φύγει γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀλλ᾿ ὁ Βλάσιος ἀρνήθηκε, µὲ τὴν σκέψη ὅτι θὰ ἦταν λιποτάκτης τῆς πίστης ἂν ἔφευγε γιὰ νὰ σωθεῖ. Καὶ ὅτι ἡ σωτηρία του αὐτὴ θὰ ἦταν ἄτιµη, τὴν στιγµὴ ποὺ στὸ βωµὸ τῆς πίστης θυσιάζονταν οἰκογενειάρχες. Ἔµεινε λοιπὸν καὶ παρουσιάστηκε στὸ κριτήριο. Ἐκεῖ, µετὰ τὴν ἐπανειληµµένη ὁµολογία του καὶ τὴν σταθερὴ ἐπιµονή του σ᾿ αὐτή, βασανίστηκε φρικτά. Ἀλλὰ µὲ τὴν θαυµαστὴ ὑποµονή του, κέρδισε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παρευρεθέντες, οἱ ὁποῖοι µάλιστα ὁµολόγησαν τὴν ἀληθινὴ πίστη. Τέλος τὸ σῶµα του ὑπέκυψε στὸ θάνατο, ἡ νικηφόρα ὅµως ἄθλησή του ἀξιώθηκε νὰ πάρει τὸ λαµπρὸ καὶ ἀµάραντο στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ὁ Προφήτης Ἀζαρίας
Ἦταν γιὸς τοῦ Ὠδὴδ καὶ ἔζησε στὰ χρόνια της βασιλείας τοῦ Ἀσὰ (956 π.Χ.) γιοῦ καὶ διαδόχου του Ἀβία στὸ βασίλειο τοῦ Ἰούδα. Ὁ Ἀσὰ ὑποστήριξε τὴν λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὀχύρωσε καλὰ τὴν Ἰουδαία καὶ ἐξόπλισε καὶ ἐκγύµνασε καλὰ 500.000 πολεµιστές. Σύµφωνα λοιπὸν µὲ τὴν διήγηση τοῦ βιβλίου Β´ Παραλειποµένων Κεφ. ιδ´ - ιε´, ἐξῆλθε κατὰ τῆς Ἰουδαίας Ζερᾶ ὁ Αἰθίοψ. Λέγεται ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν Φαραὼ Ὄσορκον Α´ τῆς 223 Αἰγυπτιακῆς δυναστείας, διάδοχό του Σησάκ, ποὺ νίκησε τὸν βασιλιὰ τοῦ Ἰούδα Ῥοβοάµ. Ὁ Φαραὼ διέθετε ἑκατοµµύρια στρατοῦ καὶ 300 πολεµικὰ ἅρµατα. Ὁ Ἀσά, πρὸ τῆς µάχης, ἔκανε θερµότατη προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό. Ὅταν λοιπόν, νίκησε, ὁ Ἀζαρίας, ἐµπνευσµένος ἀπὸ τὸ Πνεῦµα τὸ Ἅγιο, πῆγε στὸν βασιλιὰ Ἀσὰ καὶ στὸ λαὸ καὶ εἶπε: «Ἀκούστε µε σὺ ὁ βασιλιὰς Ἀσὰ καὶ ὅλος ὁ λαὸς τῶν φυλῶν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαµίν. Ὁ Κύριος θὰ εἶναι µαζί σας, ὅταν σεῖς θὰ προσέχετε νὰ εἶστε µαζί Του, λατρεύοντας τὸ ὄνοµά Του καὶ τηρῶντας τὶς ἐντολές Του. Ὅταν Τὸν ζητᾶτε θὰ Τὸν βρίσκετε. Ἂν ὅµως Τὸν ἐγκαταλείψετε, θὰ σᾶς ἐγκαταλείψει καὶ Αὐτός». Λόγια πολυτιµότατα γιὰ κάθε Κράτος καὶ γιὰ κάθε λαό. Ὁ Ἀζαρίας πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν ἀγρό του.

Οἱ Ἅγιοι Παῦλος καὶ Σίµων
Μαρτύρησαν διὰ ἀποκεφαλισµοῦ.

Ὁ Ὅσιος Κλαύδιος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης, Σταµάτιος καὶ Νικόλαος, νεοµάρτυρες ἐκ Σπετσῶν
Μαρτύρησαν γιὰ τὸ ὄνοµα τοῦ Χριστοῦ στὴ Χίο τὸ 1822. Ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ Σταµάτιος καὶ ὁ Ἰωάννης ἦταν ἀδέλφια. Ὁ πατέρας τους ὀνοµαζόταν Θεόδωρος Γκίνης, ἡ δὲ µητέρα τους Ἀνεζώ. Τὸ 1822 οἱ νέοι αὐτοί, µαζὶ µὲ ἄλλους πέντε καὶ τὸν συναθλητή τους Νικόλαο, µπῆκαν σ᾿ ἕνα πλοῖο φορτωµένο µὲ λάδι γιὰ νὰ τὸ ἐµπορευτοῦν σὲ διάφορα λιµάνια. Λόγω µεγάλης θαλασσοταραχῆς, προσάραξαν στὸν Τσεσµέ, µικρασιατικὴ παραλία ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Χίο. Ὅταν βγῆκαν στὴν ξηρά, τοὺς φιλοξένησε κάποιος χριστιανός, ποὺ ἀργότερα τοὺς πρόδωσε στοὺς Τούρκους, µὲ ἀποτέλεσµα αὐτοὶ νὰ θανατώσουν δυὸ ἀπὸ τοὺς συντρόφους· δυὸ ἄλλοι διασώθηκαν ἀφοῦ ἔπεσαν στὴ θάλασσα καὶ συνελήφθηκαν οἱ Σταµάτιος, Ἰωάννης καὶ ὁ γέροντας πλοίαρχος Νικόλαος. Στὶς 26 Ἰανουαρίου 1822 τοὺς παρουσίασαν στὸν πασὰ τῆς Χίου. Ὁ πασὰς ἀφοῦ τοὺς ἀνέκρινε, τοὺς µὲν Σταµάτιο καὶ Ἰωάννη ἔκλεισε στὴ φυλακή, τὸν δὲ γέροντα Νικόλαο ἀποκεφάλισε στὴν ἐκτὸς τοῦ Κάστρου πεδιάδα. Οἱ Τοῦρκοι ἀφοῦ δὲν κατάφεραν νὰ ἀλλαξοπιστήσουν τὰ δυὸ ἀδέλφια, στὸν ἴδιο τόπο ποὺ ἀποκεφάλισαν τὸν Νικόλαο, ἀποκεφάλισαν καὶ αὐτοὺς στὶς 3-2-1822. Προηγουµένως, ὁ Σταµάτιος, ποὺ τότε ἦταν 18 χρονῶν καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἦταν 22 χρονῶν, ἔστειλαν ἔγγραφη ἐξοµολόγηση στὸν Μητροπολίτη Χίου, πῆραν τὴν εὐχή του, κατόρθωσαν νὰ κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων µυστηρίων καὶ ἔτσι ἔφυγαν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καθ᾿ ὅλα ἕτοιµοι.

Ὁ Ἰσαπόστολος Νικόλαος
Ἱδρυτὴς καὶ πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἰαπωνικῆς Ἐκκλησίας (1856-1912).

Ὁ Ἅγιος Laurence (Ἀγγλος)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Ὁ Ἅγιος Ἀνσέριος (Σκανδιναυός)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωµένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου