Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 12


Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήµονας, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήµων καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἦταν γιὸς τοῦ ἄρχοντα Ἐπιφανίου, στὰ χρόνια τοῦ Βασιλιᾶ Ἡρακλείου (615 µ.Χ.). Ὅταν µεγάλωσε, νυµφεύθηκε καὶ ἀπέκτησε παιδιά, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν µὲ τὴν σύζυγό του σὰν ἀληθινοὶ χριστιανοὶ γονεῖς. Γρήγορα, ὅµως, ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του πέθαναν. Ὁ Ἰωάννης εἶχε µεγάλη περιουσία καὶ τοῦ ἔγιναν πολλὲς προτάσεις νὰ κάνει καινούργια οἰκογένεια. Ὅµως τὶς ἀπέῤῥιψε ὅλες, ἀπαντῶντας: «Νοµίζω, πρὸς ὅλους εἶµαι ὀφειλέτης. Καὶ δὲν τὸ νοµίζω µόνο. Εἶµαι. Διότι οἱ χριστιανοὶ ἔχουµε ἀλληλεγγύη. Δὲν τὸ λέει ὁ Παῦλος; Εἴµεθα µέλη ἀλλήλων. Ἀφοῦ, λοιπὸν ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ δώσω στοὺς ἀδελφούς µου, ἄρα εἶµαι καὶ ὑποχρεωµένος νὰ δώσω. Νὰ γιατί ἐργάζοµαι καὶ δὲ θὰ πάψω νὰ τὸ κάνω. Ἡ περιουσία µου δὲν µπορεῖ νὰ εἶναι ἀνώτερη ἀπ΄ αὐτὰ τὰ χρέη µου». Γιὰ τὴν λαµπρότητα τῆς ζωῆς του, ὁ Ἰωάννης ἔγινε ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας. Διέπρεψε σὰν πνευµατικὴ λυχνία στὴν πατριαρχία πολλὰ χρόνια, καὶ ἔκανε πολλὰ θαύµατα. Ἐπειδὴ δὲ µοίραζε πλουσιοπάροχα στοὺς φτωχοὺς τὴν ἐλεηµοσύνη, ὀνοµάστηκε Ἐλεήµων. Εἶχε καταστεῖ τόσο σεβάσµιος, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν σέβονταν. Τελικά, εἰρηνικὰ παρέδωσε τὴν µακάρια ψυχή του στὸ Θεὸ (τὸ 620 µ.Χ.). Καὶ εἶναι µακάρια ἡ ψυχή του, διότι ὁ Κύριος λέει: «Μακάριοι οἱ ἐλεήµονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται». Μακάριοι, δηλαδή, εἶναι οἱ εὐσπλαχνικοὶ στὴ δυστυχία τοῦ πλησίον, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸ Θεό.

Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής
Γι΄αὐτὸν ἀναφέραµε στὸ βιογραφικὸ σηµείωµα τοῦ γιοῦ του Θεοδούλου, ποὺ ἡ µνήµη του γιορτάζεται τὴν 14η Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ ὁ Σ. Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: «Οὗτος ἦν διάσηµος ἐν λόγοις καὶ ἐν ἀξιώµατι, ἔπαρχος Κωνσταντινουπόλεως καὶ εὐσεβέστατος, ζῶν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379-395) [εἰκάζω µᾶλλον ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Β΄ (408-450)], κατὰ δὲ τὸν Συναξαριστὴν Νικόδηµου (οὐχὶ ὀρθῶς) ἐπὶ Μαυρικίου (582-602)· συζευχθεὶς µετὰ γυναικὸς ἀπέκτησε τέκνα δυό, ἓν ἄῤῥεν καὶ ἓν θήλυ· ἀλλὰ ἄσβεστον ζῆλον ἔχων πρὸς τὴν µοναχικὴν πολιτείαν, κατέπεισε τὴν σύζυγον αὐτοῦ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἦλθον εἰς Ἄλεξανδρειαν ἐκεῖ διεχωρίσθησαν ἀπ΄ ἀλλήλων, καὶ ἡ µὲν γυνὴ ἔλαβε µέθ΄ ἑαυτῆς τὸ θυγάτριον, ὁ δὲ Νεῖλος τὸν υἱὸν αὐτοῦ Θεόδουλον, µεθ΄ οὗ ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος Σινᾶ πρὸς ἄσκησιν ἀλλ΄ ἐκεῖ ἐπιπεσόντες βάρβαροι ἀπήγαγαν µεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, διὰ τὸν ὁποίον ἔκλαιε καὶ ἐθρήνει πικρῶς (ἴδ. Ἀββάδες τριάκοντα ὀκτὼ οἱ ἐν Σινᾶ, Ἰανουαρ. 14). Εἰς τὴν ἐρηµικὴν ἐκείνην ἀνάπαυσιν ἠσχολήθη εἰς συγγραφὰς ἀσκητικῶν ἔργων, µαρτυρούντων τὴν σοφίαν αὐτοῦ καὶ τὸν πρὸς ἄσκησιν ἔρωτα. Ἐν νηστείαις καὶ προσευχαῖς διαβιώσας, ἐκοιµήθη ἐν εἰρήνῃ. Τὰ ἱερὰ αὐτοῦ ὀστᾶ µετακοµίσθησαν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Ἰουστίνου (518-527) καὶ κατετέθησαν ἐν τῷ ναῷ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ κάτωθεν τοῦ θυσιαστηρίου. Ἂν τοῦτο ἀληθεύῃ, ἡ τοῦ Συναξαριστοῦ πληροφορία, ὅτι ἐπὶ Μαυρικίου ἤκµασε, δὲν στηρίζεται».

Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Μυροβλύτης
Αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Κυνουρία καὶ ἀσκήτευε στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ ἀργότερα τὸ ἱερό του λείψανο ἀνέβλυσε µύρο. Τὴν ἡµέρα αὐτὴ γιορτάζεται ἡ κοίµηση τοῦ Ὅσιου αὐτοῦ, ἐνῷ τὴν 7η Μαΐου ἡ εὕρεση τῶν τιµίων λειψάνων του.

Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Φραγκιᾶς
Ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα µετὰ Χριστὸν καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σαβωρία τῆς Παννονίας. Μπῆκε στὴν τάξη τῶν κατηχουµένων σὲ ἡλικία 10 ἔτων. Στὸ 15ο ἔτος τῆς ἡλικίας του κατατάχθηκε στὸ στράτευµα, ὅπου ὑπηρέτησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Κωνσταντίνου καὶ Ἰουλιανοῦ. Ὅταν βρέθηκε στὴν Ἀµιένη, συνάντησε κάποια µέρα ἕναν ζητιάνο, ποὺ τοῦ ζήτησε ἐλεηµοσύνη. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν εἶχε τίποτα, παρὰ µόνο τὰ ὄπλα του, ἔδωσε στὸ φτωχὸ τὸν µανδύα του. Τὴν ἑποµένη νύχτα, ἐµφανίστηκε σ΄ αὐτὸν ὁ Κύριος, καὶ τοῦ εἶπε: «Μαρτίνε, ἂν καὶ κατηχούµενος ἀκόµα, µὲ ἐνεδύθης δώσας εἰς τὸν ἐπαίτην τὸ φόρεµα αὐτό». Ὁ Μαρτίνος βαπτίστηκε καὶ πῆγε στὸν περίφηµο ἅγιο Ἰλάριο ἐπίσκοπο τῆς πόλης Ποατιὲρ τῆς Γαλλίας. Ἐκεῖ, ἐκπαιδεύτηκε καλὰ στὶς ἀλήθειες τοῦ χριστιανισµοῦ καὶ χειροτονήθηκε κληρικός. Ὑπηρέτησε στὸ ἀξίωµα αὐτὸ µὲ πολὺ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση. Κατόπιν, ἔγινε ἐπίσκοπος τῆς πόλης Τοὺρ ἐπίσης τῆς Γαλλίας καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγία του ζωὴ καὶ τὶς ὑπηρεσίες του στὴν πίστη. Ἐνίσχυε τὸ θρησκευτικὸ συναίσθηµα τοῦ ποιµνίου του, µεριµνοῦσε γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ µάλιστα κατάρτισε 80 µαθητές, ποὺ ἐγκατάστησε σὲ Μονή. Σὲ κάποιο χωριὸ τῆς ἐπισκοπῆς του ὅµως, τὴν Κάνδη, ἀῤῥώστησε καὶ ἀπεβίωσε σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν. Ἄλλη πηγὴ ὅµως, ἔχει διαφορετικὸ τὸ βιογραφικό του σηµείωµα. Ἀναφέρει ὅτι ἦταν κόµης καὶ στρατηγὸς ἐπὶ βασιλείας Τραϊανοῦ (98-117). Ἀπαρνήθηκε τὰ ἀξιώµατα καὶ τὴν κοσµικὴ δόξα καὶ ἔγινε µοναχός. Γιὰ ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήθηκε στὴ µοναχικὴ ζωὴ καὶ στὴν ἀνάγνωση τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὶς µεγάλες του ἀρετές, ἐκλέχτηκε ἐπίσκοπός της πόλης Κωνσταντῖνος τῆς Γαλλίας. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔζησε σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου πέθανε εἰρηνικὰ σὰν θαυµατουργός.

Ὁ Προφήτης Ἀχία
Ἔζησε ἐπὶ τῶν βασιλέων Σολοµῶντος καὶ Ἱεροβοάµ, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σηλώµ. Σ΄ αὐτὸν ἀποδίδονται οἱ λόγοι, ποὺ «ἐλαλήθησαν ἐν ὀνόµατι Κυρίου» πρὸς τὸν Σολοµῶντα, ὅταν ἔκτιζε τὸν ναὸ στὴν Ἱερουσαλήµ. Τότε δηλαδὴ θὰ πραγµατοποιοῦσε ὁ Θεὸς καὶ στὸ δικό του πρόσωπο, ὅσα εἶχε ἐξαγγείλει στὸν πατέρα του Δαβίδ, ὅταν βέβαια καὶ αὐτὸς θὰ βάδιζε στὰ διδάγµατά Του καὶ ἐκτελοῦσε τὶς κρίσεις Του καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς ἐντολές Του. Ὅταν ὅµως κάποτε ὁ Σολοµῶν παρεξέκλινε τοῦ θεϊκοῦ δρόµου, διὰ τοῦ Ἀχία πάλι ὁ Κύριος γνωστοποίησε σ΄ αὐτὸν ὅτι θὰ τὸν τιµωροῦσε κάνοντας κοµµάτια τὴν βασιλεία του. Κατόπιν ὁ προφήτης ἐστάλη στὸν Ἱεροβοάµ, τὸν γιὸ τῆς χήρας Σερουᾶ. Μόλις τὸν συνάντησε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήµ, τοῦ πῆρε τὸ καινούριο του ἱµάτιο καὶ τὸ ἔσχισε σὲ δώδεκα τεµάχια. Ὁ Ἱεροβοάµ, παρακολουθοῦσε ἔκπληκτος τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ προφήτη. Αὐτὸς δέ, ἔδωσε σ΄ αὐτὸν τὰ δέκα τεµάχια καὶ τοῦ εἶπε, ὅτι µετὰ τὸ θάνατο τοῦ Σολοµῶντα ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ κοµµατίαζε τὴν βασιλεία του, γιὰ νὰ δώσει τὶς δέκα φυλὲς στὴν ἐξουσία τοῦ Ἱεροβοάµ. Αὐτὰ ἀφοῦ προφήτευσε ὁ Ἀχία, πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τὸν ἔθαψαν κοντὰ στὴ Βελανιδιὰ τοῦ Σιλώµ.

Ὁ Ἅγιος Ἀρσάκιος
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Ζεβινᾶς, Γερµανὸς, Νικηφόρος καὶ Μαραθὼ ἡ παρθένος
Ἔλαβαν ὅλοι τὰ µαρτυρικὰ στεφάνια στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ. Οἱ µὲν τέσσερις πρῶτοι ἀποκεφαλίστηκαν στὴν Καισαρεία, ἡ δὲ Μαραθὼ ἡ παρθένος στὴ Σκυθούπολη τῆς Κοίλης Συρίας, ὅπου τὴν ἔριξαν µέσα στὴ φωτιὰ καὶ κάηκε ζωντανή.

Ὁ Ἅγιος Λέων Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπονοµάστηκε Στυππῆς. Πατριάρχευσε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰωάννη Κοµνηνοῦ τὰ ἔτη 1134-1143 κατὰ τὸν Μελέτιο (σελ. 17 τοῦ Γ΄ τόµου). Προηγουµένως ἦταν πρεσβύτερος καὶ οἰκονόµος τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ διαδέχτηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Ἰωάννη τὸν Ἀγαπητό. Ἀφοῦ κυβέρνησε µὲ θεοπρέπεια τὸ ποίµνιό του, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Σάββας Νιγδελὴς ὁ Σαµολαδᾶς, Νεοµάρτυρας
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Νίγδη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ µαρτύρησε γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 12 Νοµεβρίου 1726 στὴν τοποθεσία Κουτσοὺκ Καραµάνι. Ὁ λόγος τῆς συλλήψεώς του ὑπῆρξε ἄφθονος τῶν Τούρκων, διότι ὁ Ἅγιος εἶχε µὲ τὴν τίµια ἐργασία του, γίνει πολὺ πλούσιος καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ ἁρπάξουν τὴν περιουσία.

Ὁ Ἅγιος Νικόλας ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Ἐνορία τῶν Ἕξι Μαρµάρων
Πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή του δὲν ἔχουµε. Ὁ ἔνδοξος αὐτὸς Νεοµάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης, µαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν εὐσέβειά του τὸ ἔτος 1732. Ἡ µνήµη του καθιερώθηκε νὰ γιορτάζεται στὶς 12 Νοεµβρίου.

Τῇ πρώτῃ Κυριακῇ µετὰ τὴν 11ην τοῦ παρόντος µηνός, µνήµην ποιοῦµεν τῆς εὑρέσεως καὶ ἀνακοµιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡµῶν Γρηγορίου ἐπισκόπου Ἀσσοῦ (Μυτιλήνης), τοῦ θαυµατουργοῦ (1935-6)
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ επίσκοπος Ασσου της Ανατολής
Καταγόταν από τη Μυτιλήνη, από το χωριό Άκόρνη (1150μ.Χ.), πού βρίσκεται κοντά στην Ιερά (αρχαία πόλη της Λέσβου, πού ερείπια της βρίσκονται στο βόρειο άκρο της δυτικής πλευράς του στομίου του κόλπου της Γέρας). Είχε γονείς ευσεβείς τον Γεώργιο και τη Μαρία, πού παρακαλούσαν τον Θεό με δάκρυα να τους δώσει παιδί. Ό Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους και τους έδωσε ένα αγοράκι πού το ονόμασαν Γεώργιο (τον μετέπειτα Γρηγόριο). Και το μεγάλωναν με μεγάλη επιμέλεια, μαθαίνοντας του τα θεία και ιερά γράμματα. Κατόπιν για να συμπληρώσει τις σπουδές του πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με τον Ιερομόναχο Αγάθωνα, ηγούμενο σ' ένα από τα μοναστήρια της Ανατολής. Αργότερα ό Γρηγόριος πήγε στο μοναστήρι του Αγάθωνα και έμεινε κοντά του τρία χρόνια, ασκούμενος στην αρετή. Έπειτα επέστρεψε στην πατρίδα του και από εκεί πήγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, και προχώρησε στα ησυχαστήρια του Ιορδάνη, όπου έγινε μοναχός και αργότερα Ιερομόναχος. Με τις συστάσεις του Αγάθωνα, έγινε επίσκοπος της Άσσου της Μυσίας, πού απείχε ένα χιλιόμετρο από την ακτή του Άδραμυτηνοϋ κόλπου. Εκεί ό Γρηγόριος έδωσε όλο του τον εαυτό, για την πνευματική αναβάθμιση της επισκοπής του. Άλλ' ο'ι κακομαθημένοι και φθονεροί πρόκριτοι της πόλης, τον ανάγκασαν να παραιτηθεί. Στήν αρχή πήγε στην Τένεδο, όπου ησύχασε για αρκετό καιρό σε μια Μονή. Αργότερα αφού πέρασε από την πατρίδα του, κατέληξε στο όρος Πρηών της Δ. Μικράς Ασίας, όπου ίδρυσε ησυχαστήριο και κατόπιν ναό στο όνομα της Θεοτόκου. Εκεί λοιπόν, με μια μικρή συνοδεία περνούσε τον καιρό του με προσευχή και λατρεία. Κάποτε- κάποτε κατέβαινε στις πόλεις και κήρυττε το λόγο του Θεού. Έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο ό ταπεινόφρων Γρηγόριος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου