Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 05

Οἱ Ἅγιοι Θεόπεµπτος καὶ Θεωνᾶς - Παραµονὴ τῶν Θεοφανείων (Νηστεία ἐκ πάντων)

Ὁ Ἅγιος Θεόπεµπτος µᾶς διδάσκει πὼς πρέπει νὰ εἴµαστε πρωτοπόροι, ἂν θέλουµε νὰ κερδίσουµε τὴν αἰώνια δόξα καὶ ὄχι αὐτὴ τὴν προσωρινὴ τοῦ κόσµου. Ὁ Ἅγιος ἦταν ἐπίσκοπος στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, ποὺ στὶς 23 Ἰανουαρίου 303 ὑπέγραψε διάταγµα ἀνελέητου διωγµοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Τότε, ὁ πρῶτος ποὺ ὁµολόγησε Χριστὸν Ἐσταυρωµένον καὶ ἤλεγξε τὸν Διοκλητιανὸ γιὰ τὴν πλάνη του, ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Θεόπεµπτος. Βέβαια, ἀµέσως µετὰ ἤξερε τί τὸν περίµενε. Καὶ πράγµατι, ὑποβάλλεται σὲ µία σειρὰ σκληρῶν βασανιστηρίων, ποὺ συγχρόνως συνοδεύονται ἀπὸ θαύµατα. Πρῶτα τὸν βάζουν σὲ φοῦρνο ἀναµµένο γιὰ νὰ καεῖ, ἀλλὰ θαυµατουργικὰ βγαίνει ζωντανὸς καὶ ἀβλαβής. Ἔπειτα, τοῦ βγάζουν τὸ ἕνα µάτι καί, ἀµέσως µετά, τοῦ ἐπιβάλλουν νὰ πιεῖ θανατηφόρα δηλητήρια. Ἐπειδή, ὅµως, φυλάχτηκε ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀβλαβής, τὸν ἀποκεφαλίζουν. Ἀλλὰ ἡ ἀνδρεῖα, ἡ ἀσάλευτη πίστη, ἡ ἔξοχη καρτερία καὶ ἡ ἠθικὴ λάµψη ποὺ φώτιζαν τὴν φυσιογνωµία τοῦ µάρτυρα Θεοπέµπτου, µίλησαν πειστικὰ καὶ νικηφόρα στὴν καρδιὰ τοῦ εἰδωλολάτρη µάγου Θεωνᾶ, ποὺ παρασκεύαζε τὰ φάρµακα. Καί, ἐνῷ ἀκόµα ἡ λουσµένη στὰ αἵµατα κεφαλὴ τοῦ µάρτυρα ἦταν κατὰ γῆς, ὁµολόγησε κι αὐτὸς τὸ Χριστό. Μανιασµένοι τότε οἱ εἰδωλολάτρες ἀπὸ τὴν ἀπρόσµενη αὐτὴ ὁµολογία, τὸν θάβουν ζωντανό, στὸ χῶµα. Ἔτσι ὁ Θεωνᾶς βρῆκε ἔνδοξο θάνατο καὶ ἡ ψυχή του µαζὶ µ᾿ αὐτὴν τοῦ Ἁγίου Θεοπέµπτου, ἀνέβηκαν στὸν ἀθλοθέτη καὶ στεφανοδότη Θεό.

Ἡ Ὁσία Συγκλητική
Ἡ Ὁσία Συγκλητικὴ ἔζησε στὸν καιρὸ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Οἱ γονεῖς της ἦταν πλούσιοι, ἀλλὰ καὶ πολὺ εὐσεβεῖς. Τὰ χέρια τους ἦταν πάντοτε ἀνοιχτὰ πρὸς τοὺς φτωχούς, καὶ ἡ µόνη εὐχαρίστησή τους ἦταν νὰ µένουν στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετοῦν στὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων. Τὰ πατρικὰ πλούτη ἔφερναν διακεκριµένους γαµπροὺς στὸ σπίτι τους γιὰ τὴν ὡραία κόρη τους. Ἡ Συγκλητικὴ ὅµως, παρακάλεσε τοὺς γονεῖς της νὰ µὴ ἐπιµένουν νὰ παντρευτεῖ, διότι ἤθελε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον. Πράγµατι, οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς σεβάστηκαν τὴν ἀπόφαση τῆς κόρης τους. Ἔτσι λοιπὸν ἡ Συγκλητικὴ ἀφιέρωσε τὴν ζωή της γιὰ τὴν ἀνακούφιση τῶν ἀσθενῶν, τῶν λυπηµένων, τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν φτωχῶν. Εὐχαρίστησή της ἦταν νὰ βλέπει τὸ γέλιο, ἐκεῖ ὁποῦ δέσποζε πρὶν ὁ σπαραγµός, καὶ νὰ σφουγγίζει τὰ δάκρυα, γιὰ νὰ ἐπανέρχεται στὰ µάτια ἡ ἀκτινοβολία τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἀγαλλίασης. Ὁ πολὺς κόπος ὅµως, στὴν Ἱερὴ αὐτὴ διακονία, ἔκαναν τὸ σῶµα τῆς Συγκλητικῆς ἀσθενικό. Ἀλλ᾿ ἡ ὁσία, στὴ δοκιµασία αὐτὴ ὑπῆρξε καρτερική, χωρὶς ποτὲ νὰ γογγύσει πρὸς τὸν Θεό. Τελικὰ πέθανε 80 χρονῶν µὲ τὴν συνείδηση ἀναπαυµένη, καὶ τὶς εὐχὲς χιλιάδων, τοὺς ὁποίους βοήθησε, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν εὐλογία τοῦ στεφανοδότη Χριστοῦ.

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ ἐν Ἀκρίτᾳ
Γεννήθηκε στὴν Κρήτη τὸ 755. ΟΊ εὐσεβεῖς γονεῖς του ὀνοµάζονταν Θεοφάνης καὶ Ἰουλιανή. Σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν ὁ νεαρὸς Γρηγόριος, µὲ τὴν ἄδεια τῶν γονέων του, πῆγε στὴν Παλαιστίνη, φλεγόµενος ἀπὸ τὸν πόθο νὰ προσκυνήσει τοὺς ἁγίους τόπους καὶ νὰ ζήσει µερικὰ χρόνια ἐκεῖ, ὅπου γεννιέται συγκινητικὴ ἡ ἐνθύµηση τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν ἁγία πόλη, ἀποφάσισε µετὰ ἀπὸ καιρὸ νὰ πάει στὴ Ῥώµη, ἐπὶ πατριαρχίας Νικηφόρου Α´ καὶ αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Μιχαὴλ Ῥαγκαβέ (811). Ἐκεῖ ἐκάρη µοναχός. Ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὁ Μητροπολίτης Συνάδων Μιχαὴλ ὁ Ὁµολογητής, ἔπεισε τὸν Γρηγόριο νὰ ἔλθει µαζί του στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ τὸν ἐνέγραψε στὴ Μονὴ τοῦ Ἀκρίτα. (Ἡ Μονὴ τοῦ Ἀκρίτα βρισκόταν στὸν Ἀστάκηνο κόλπο τῆς Βιθυνίας στὸ ὁµώνυµο ἀκρωτήριο). Ἐδῶ, χρησιµοποιούµενος καὶ σὲ ἐσωτερικὴ ἀποστολὴ τῆς Μητροπόλεως τελείωσε τὴν ζωή του, τύπος καὶ ὑπογραµµὸς θερµῆς πίστης, καθαρῆς καὶ εἰρηνικῆς ζωῆς καὶ ἀγάπης.

Ὁ Ὅσιος Φωστήριος
Ὁ Ὅσιος αὐτὸς στὴν ἀρχὴ ἔζησε αὐστηρὰ ἀσκητικὴ ζωή, ἀφοσιωµένος στὴ µελέτη, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν καταπολέµηση τῶν παθῶν. Ἀφοῦ ἀρκετὰ καταρτίστηκε, ἵδρυσε µοναστήρι, ὅπου ἦλθαν πολλοὶ µοναχοί. Ἀφοῦ τοὺς ἐξέτασε ὅλους, κράτησε ἐκείνους, ποὺ βρῆκε ἀνθρώπους τοῦ πνεύµατος καὶ τῆς ζωντανῆς πίστης. Δηλαδὴ µὲ γνήσια διάθεση νὰ ζήσουν τοὺς µοναστικοὺς κανόνες καὶ νὰ ἐπιβιώνουν µὲ τὸν κόπο τῶν χεριῶν τους. Αὐστηρὸς τηρητής, ἰδιαίτερα τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Φωστήριος. Ἂν καὶ ἡγούµενος, δὲν ἐπιβάρυνε κανένα ἀδελφό του. Ἐργαζόταν µὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, ἀρνούµενος νὰ δεχτεῖ ὁποιοδήποτε δῶρο εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τῆς Μονῆς, ποὺ ἐκτιµοῦσαν ἀπεριόριστα τὴν ἀρετή του, εἴτε ἀπὸ ἀδελφοὺς του µοναχούς, ποὺ δὲν ἤθελαν ὁ πνευµατικός τους καθοδηγὸς νὰ κοπιάζει τόσο πολύ. Ἐπίσης ὁ Ὅσιος Φωστήριος στὸν καιρὸ τῶν αἱρέσεων, ἀγωνίστηκε πολὺ γιὰ τὰ ὀρθὰ δόγµατα. Πέθανε τὸ ἀπόγευµα τῆς 5ης Ἰανουαρίου, τότε ποὺ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὅρισε τὴν µνήµη του.

Ὁ Ἅγιος Σάϊς
Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἔπνιξαν στὴ θάλασσα.

Ὁ Ἅγιος Θεόειδος
Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν καταπάτησαν οἱ δήµιοι.

Ἡ Ὁσία Δοµνίνα (ἢ Δόµνα)
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ἡ Ὁσία Τατιανή
Ἦταν µοναχὴ ἀσκήτρια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυς Ῥωµανός
Καταγόταν ἀπὸ τὸ Σοβολὰκ τοῦ Καρπενησίου καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς φτωχοὺς καὶ ἀγράµµατους, ἀλλὰ εὐσεβεῖς χριστιανούς. Παρέµεινε καὶ ὁ ἴδιος ἀγράµµατος, καὶ κάποτε ἦλθε σὰν προσκυνητὴς στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου ἄκουσε διηγήσεις γιὰ νεοµάρτυρες τῆς πίστης καὶ ἔτσι τὸν κατέλαβε ὁ πόθος τοῦ µαρτυρίου. Ἀργότερα πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος µπροστὰ στὸν κριτὴ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, σὰν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ ἀντίθετα κατηγόρησε τὸν Μωάµεθ σὰν παραµυθά. Τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν σὲ βάρος του, ἦταν φρικτὰ καὶ ἀνελέητα. Οἱ δήµιοὶ µὲ λύσσα ἔγδερναν τὸ σῶµα του. Ἐπειδὴ ὅµως παρέµεινε ἀµετακίνητος στὴν πίστη του, ὁ κριτὴς ἐξέδωσε θανατικὴ καταδίκη. Ἀλλὰ ὁ ἐκεῖ παρευρισκόµενος ἀρχηγὸς τοῦ τούρκικου στόλου, ζήτησε ἀντὶ νὰ τὸν θανατώσουν, νὰ τοῦ δοθεῖ ποινὴ ἰσόβιας δουλείας στὰ κουπιὰ τῶν πλοίων. Κάποιοι χριστιανοὶ ὅµως, κατόρθωσαν καὶ τὸν ἐλευθέρωσαν ἀντὶ χρηµάτων καὶ τὸν ἔστειλαν στὸ Ἅγιον Ὄρος στὰ Καυσοκαλύβια. Ἐκεῖ ἔµεινε κοντὰ στὸν ὅσιο Ἀκάκιο, ὅπου µὲ προσευχὴ καὶ νηστεία προπαρασκευάστηκε γιὰ τὸ µαρτύριο. Μὲ τὴν εὐλογία λοιπὸν τοῦ πνευµατικοῦ του, µοναχὸς πλέον τώρα, ξεκίνησε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ µαρτυρήσει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ µὴ συµβεῖ κάτι κακὸ στὸν Πανάγιο Τάφο, τελικὰ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ προκάλεσε τοὺς Τούρκους, οἱ ὅποιοι τὸν πῆγαν στὸν βεζίρη καὶ κατόπιν, µετὰ ἀπὸ βασανιστήρια, τὸν ἔριξαν µέσα σ᾿ ἕνα ξεροπήγαδο, ὅπου ἔµεινε νηστικὸς γιὰ 40 µέρες. Τελικά, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα, τὸν ἀποκεφάλισαν τὸ 1694. Τὸ Ἱερὸ λείψανό του ἀγοράστηκε ἀντὶ 500 γροσιῶν ἀπὸ ἕναν Ἄγγλο πλοίαρχο καὶ µεταφέρθηκε στὴν Ἀγγλία. Ἐνῷ µαντήλι µὲ τὸ αἷµα τοῦ Ἁγίου, βρίσκεται στὴ Μονὴ Δοχειαρίου. Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου βρίσκεται στὸν Κώδ. 61 σελ. 265 τῆς Καλύβης Ἰωασαφαίων στὰ Καυσοκαλύβια. Ἐκδόθηκε στὸ Βόλο τὸ 1937.

Ὁ Ὅσιος Δωρόθεος
Ἀναφέρεται ὅτι ὑπῆρξε ἱδρυτὴς καὶ κτίτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλιοκόµου Ἀµάσειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου